Κτηματολόγιο: 30 χρόνια καθυστερήσεων και 3,45 εκατ. ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη»
Το έργο του 1 δισ. ευρώ που παραμένει ανολοκλήρωτο, οι παθογένειες και οι κίνδυνοι για την ιδιωτική περιουσία
Τρεις δεκαετίες μετά την έναρξη της κτηματογράφησης, το Εθνικό Κτηματολόγιο εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές εκκρεμότητες. Σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 3,45 εκατομμύρια ιδιοκτησιακά δικαιώματα –ποσοστό 8,82% του συνόλου– παραμένουν χωρίς δηλωμένο ιδιοκτήτη. Στις συμβάσεις όπου έχει ολοκληρωθεί η ανάρτηση, τα «αγνώστου ιδιοκτήτη» φτάνουν το 16,72%, ενώ σε επτά περιοχές ξεπερνούν το 20%, αναδεικνύοντας το μέγεθος του προβλήματος.
Η ύπαρξη τόσο μεγάλου αριθμού αδήλωτων ακινήτων δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο υφαρπαγής περιουσίας. Η έκθεση προειδοποιεί ότι επιτήδειοι μπορεί να επιχειρήσουν να καταχωρίσουν ακίνητα που δεν τους ανήκουν, ενώ πολλά από αυτά ενδέχεται να αποτελούν δημόσια περιουσία που δεν έχει καταγραφεί. Με την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών, τα ακίνητα αυτά περιέρχονται στο Δημόσιο, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την ορθή και έγκαιρη δήλωσή τους.
Παρά το κόστος του έργου, που αγγίζει το 1 δισ. ευρώ, η πρόοδος παραμένει αργή. Μέχρι σήμερα έχουν ενταχθεί σε λειτουργούν Κτηματολόγιο 27,85 εκατ. δικαιώματα, ενώ για 10,82 εκατ. έχει γίνει μόνο ανάρτηση. Η έκθεση επισημαίνει ότι η διάρκεια των 30 ετών υπερβαίνει κάθε διεθνές πρότυπο, ακόμη και για έργα αντίστοιχης πολυπλοκότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαύδος, όπου η κτηματογράφηση του 0,03% της χώρας χρειάστηκε 23 χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Σημαντικό εμπόδιο αποτελεί και ο κατακερματισμός της γης, με πλήθος μικρών ιδιοκτησιών και περίπου 1,7 εκατ. δικαιώματα χρησικτησίας, τα οποία δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Η έλλειψη ψηφιοποιημένων αρχείων διανομών και αναδασμών απαιτεί εκτεταμένο νομικό και χωρικό έλεγχο, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη διαδικασία.
Η έκθεση αναδεικνύει και χρόνιες παθογένειες στη διαχείριση του χώρου. Η κτηματογράφηση προχώρησε χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί κρίσιμες προϋποθέσεις, όπως οι δασικοί χάρτες, η οριοθέτηση αιγιαλού και παραλίας και η πλήρης καταγραφή της δημόσιας γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα συχνές ανατροπές εγγραφών και καθυστερήσεις, ενώ η υποχρέωση του Δημοσίου να δηλώνει την περιουσία του θεσπίστηκε μόλις το 2013.
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την πρόωρη περαίωση πολλών συμβάσεων, οι οποίες ολοκληρώθηκαν χωρίς να εξεταστούν οι αιτήσεις διόρθωσης και οι ενστάσεις. Σήμερα εκκρεμούν περίπου 233.000 υποθέσεις ενώπιον των Επιτροπών Εξέτασης, με τον ρυθμό διεκπεραίωσης να καθιστά δύσκολη την τήρηση των νόμιμων προθεσμιών. Παράλληλα, η νομοθεσία για τις πρώτες εγγραφές παραμένει ασαφής, δημιουργώντας ερωτήματα για την αποζημιωτική ευθύνη του Κτηματολογίου σε περίπτωση λαθών.
Η υποστελέχωση των Κτηματολογικών Γραφείων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Το Γραφείο Αθηνών λειτουργεί με μόλις 22 υπαλλήλους, χωρίς τοπογράφους ή μηχανικούς, ενώ σε άλλες περιοχές ο νομικός έλεγχος βασίζεται σε έναν μόνο υπάλληλο. Την ίδια στιγμή, η ψηφιοποίηση των αρχείων προχωρά με ταχείς ρυθμούς, με 562 εκατ. σελίδες να έχουν ήδη ψηφιοποιηθεί και 472 εκατ. να είναι διαθέσιμες σε εξουσιοδοτημένους χρήστες.