Κινεζικές πλατφόρμες: H επιπλέον χρέωση, οι κερδισμένοι των τελωνείων και η διαδρομή μέσω Τουρκίας

Κινεζικές πλατφόρμες: H επιπλέον χρέωση, οι κερδισμένοι των τελωνείων και η διαδρομή μέσω Τουρκίας
61 / 100 SEO Score

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στις ηλεκτρονικές αγορές από κινεζικές πλατφόρμες, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στην επιβολή πρόσθετου τέλους διαχείρισης για τις εισαγωγές προϊόντων μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου. Από την 1η Νοεμβρίου 2026, η νέα επιβάρυνση των 2 ευρώ ανά διακριτό τελωνειακό είδος έρχεται να προστεθεί στον δασμό των 3 ευρώ που εφαρμόζεται από τον Ιούλιο σε επιλέξιμες αποστολές αξίας έως 150 ευρώ. Η αλλαγή αφορά την προσπάθεια κάλυψης του αυξανόμενου κόστους των τελωνειακών ελέγχων, αλλά και την ενίσχυση της εποπτείας των προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά.

Οι δύο χρεώσεις έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Ο δασμός αφορά την εισαγωγή των προϊόντων, ενώ το νέο τέλος προορίζεται για την κάλυψη των δαπανών διαχείρισης και ελέγχου των αποστολών. Η επιβάρυνση υπολογίζεται ανά διακριτή κατηγορία προϊόντος και όχι απαραίτητα ανά δέμα ή τεμάχιο. Έτσι, μια αποστολή με τρεις διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων, οι οποίες υπάγονται και στις δύο χρεώσεις, μπορεί να επιβαρυνθεί με συνολικά 15 ευρώ, πριν από τον ΦΠΑ και τυχόν πρόσθετες χρεώσεις μεταφοράς. Το τελικό κόστος για τον καταναλωτή θα εξαρτηθεί από την πολιτική τιμολόγησης κάθε πλατφόρμας και από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα απορροφήσουν ή θα μετακυλίσουν τις νέες επιβαρύνσεις.

Σημαντικό οικονομικό όφελος αναμένεται να προκύψει και για τα κράτη που λειτουργούν ως βασικές πύλες εισόδου εμπορευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, το 75% των τελωνειακών δασμών κατευθύνεται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ενώ το υπόλοιπο 25% παραμένει στη χώρα είσπραξης ως κάλυψη του κόστους διαχείρισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, η οποία το 2025 εισέπραξε περίπου 4,7 δισ. ευρώ από δασμούς, διατηρώντας περίπου 1,2 δισ. ευρώ και αποδίδοντας τα υπόλοιπα στην ΕΕ. Για το νέο τέλος διαχείρισης, η μεταβατική ρύθμιση προβλέπει ότι τα έσοδα θα παραμένουν εξ ολοκλήρου στα κράτη-μέλη έως το τέλος του 2027.

Στο συγκεκριμένο περιβάλλον, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Γερμανία διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα λόγω των υποδομών τους και του όγκου των εμπορευματικών ροών που διαχειρίζονται. Τα λιμάνια του Ρότερνταμ, της Αμβέρσας-Μπριζ και του Αμβούργου συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη διακίνηση εμπορευμάτων. Η συγκέντρωση των υποδομών στον ευρωπαϊκό Βορρά ενισχύει τον ρόλο των συγκεκριμένων χωρών στην εισαγωγή, την αποθήκευση και την περαιτέρω διανομή προϊόντων προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.

Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες προσαρμόζουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα, επιχειρώντας να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις απευθείας αποστολές μικρών δεμάτων από την Ασία. Η Shein έχει αναπτύξει σημαντικές αποθηκευτικές υποδομές στην περιοχή του Βρότσλαβ στην Πολωνία, με εγκαταστάσεις που, σε πλήρη ανάπτυξη, προβλέπεται να φτάσουν τα 740.000 τετραγωνικά μέτρα. Αντίστοιχα, η Temu επενδύει στην αξιοποίηση ευρωπαϊκών αποθεμάτων, έχοντας θέσει ως στόχο να εξυπηρετεί από τοπικές αποθήκες το 80% των παραγγελιών της στην Ευρώπη. Η μεταφορά προϊόντων σε αποθήκες εντός της ενιαίας αγοράς μπορεί να επιταχύνει τις παραδόσεις και να περιορίσει την έκθεση των εταιρειών σε ορισμένες επιβαρύνσεις που συνδέονται με την απευθείας εισαγωγή κάθε μικρού δέματος.

Στο προσκήνιο βρίσκεται και η Τουρκία, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εναλλακτική πύλη εισόδου για προϊόντα κινεζικής προέλευσης. Η τελωνειακή ένωση Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων που έχουν τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία στην τουρκική αγορά. Ωστόσο, η διαδρομή μέσω Τουρκίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή από δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις. Η εφαρμογή της εξαρτάται από την κατηγορία των προϊόντων, την τήρηση των τελωνειακών κανόνων και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα.

Οι νέες ρυθμίσεις εντάσσονται στην ευρύτερη μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού τελωνειακού συστήματος, με στόχο την αντιμετώπιση της τεράστιας αύξησης των μικροδεμάτων που εισέρχονται στην ΕΕ μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά επιδιώκει να ενισχύσει τους ελέγχους και να περιορίσει τις συνθήκες άνισου ανταγωνισμού μεταξύ των πλατφορμών τρίτων χωρών και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης.

ΠΗΓΗ