Καταρρέει το «παραμύθι»: Πληρώνουμε χρυσάφι το φυσικό αέριο για να τροφοδοτούμε τα Βαλκάνια
«Βαθιές ρωγμές» εμφανίζει το κυβερνητικό αφήγημα για την επιτυχία των εξαγωγών ρεύματος προς τις Βαλκανικές χώρες αφού αυξάνουν το κόστος της χονδρεμπορικής τιμής της ενέργειας εξαιτίας των ρύπων διότι η πλεονάζουσα ποσότητες ενέργειας προς εξαγωγή παράγονται από θερμικές μονάδες φυσικού αερίου που αυξάνουν το ανθρακικό αποτύπωμα για τη χώρα.
Η επιστημονική και τεκμηριωμένη μελέτη του Green Tank φέρνει στο φως ότι οι εξαγωγές ρεύματος σε ποσοστό 35% προέρχεται από το φυσικό αέριο το οποίο παράγει ρύπους που αποτιμώνται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ.
Οι εξαγωγές φέρνουν κόστος για τα νοικοκυριά
Το εμπορικό ισοζύγιο για την Ελλάδα είναι θετικό.
Σύμφωνα με τη μελέτη η αξία αποτιμήθηκε των εξαγωγών αποτιμάται σε 821,2 εκατ. ευρώ από τις αρχές Ιανουαρίου 2024 έως τον Ιούνιο του 2026. Το κόστος των εξαγωγών διαμορφώνεται σε 914,4 εκατ. ευρώ και οι παραγόμενοι ρύπο ανέρχονται σε 2,6 εκατ. τόνους.
Σύμφωνα με ενεργειακούς αναλυτές η μελέτη εξετάζει τη μία πλευρά των εξαγωγών ως προς του ρύπους ενώ απουσιάζει η ζήτηση σε ενέργεια από το εξωτερικό πόσο αυξάνει την χονδρική τιμή του ρεύματος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.
Η Green Tank βάζει φρένο στην κυβερνητική επιτυχία των εξαγωγών ρεύματος
Η επιστημονική ομάδα του Green Tank με τον επικεφαλής Νίκο Μάντζαρη σημειώνει στη μελέτη ότι η «στρατηγική διαρκούς επέκτασης της ισχύος μονάδων ορυκτού αερίου με εξαγωγικό προσανατολισμό στο όνομα της ενίσχυσης του ρόλου της Ελλάδας στην περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια της νοτιοανατολικής Ευρώπης, δεν είναι βιώσιμη —ούτε οικονομικά ούτε περιβαλλοντικά.
Αντίθετα, η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ και της αποθήκευσης μπορεί να διατηρήσει το εμπορικό ισοζύγιο θετικό και -το κυριότερο- να μειώσει την τιμή DAM προς όφελος της εθνικής οικονομίας και των καταναλωτών.

Σε στην πιο απλή εκδοχή της μελέτης λέει ότι το επίτευγμα των εξαγωγών δεν προσφέρει οφέλη για την εγχώρια οικονομία ενώ για τους 7.695.601 μετρητές προκύπτει μια οικονομική επιβάρυνση ανά μετρητή 120 ευρώ για τους τελευταίους 30 μήνες.
Τα βασικά σημεία της μελέτης
Η εξέλιξη της ολοένα αυξανόμενης ηλεκτροπαραγωγής από αέριο που διοχετεύεται σε
εξαγωγές, συνδέεται με τη μεγάλη ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Τα τελευταία χρόνια οι ΑΠΕ καλύπτουν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της εγχώριας ζήτησης περιορίζοντας την αναγκαιότητα για χρήση αερίου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρώτο εξάμηνο του 2026 το μερίδιο των ΑΠΕ στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης έφτασε το 56.4%, ξεπερνώντας κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο μερίδιο για την ίδια περίοδο του 2025 (46%).
Έτσι οι παραγωγοί μονάδων αερίου στρέφονται προς τις εξαγωγές, εκμεταλλευόμενοι τις χαμηλότερες τιμές DAM που έχει η χώρα σε σύγκριση με τις γειτονικές χώρες, λόγω της μεγαλύτερης ανάπτυξης των φθηνών ΑΠΕ.
Σε μηνιαίο επίπεδο οι εκτιμώμενες εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες αερίου (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και την υποθετική παραγωγή αερίου) κυμάνθηκαν από 28 GWh (Απρίλιος 2025) έως και 565.4 GWh (Ιανουάριος 2026) με μέση μηνιαία τιμή 211.5 GWh.
Η «ψαλίδα» ανάμεσα στο πραγματικό και το υποθετικό σενάριο έχει εποχικό χαρακτήρα καθώς διευρύνεται κατά τους χειμερινούς μήνες.
Έτσι, το τετράμηνο Νοεμβρίου – Φεβρουαρίου του χειμώνα 2024 – 2025 οι αθροιστικές εξαγωγές από μονάδες αερίου εκτιμώνται σε 1.39 TWh, ενώ το αντίστοιχο τετράμηνο του χειμώνα 2025-2026 αυξήθηκαν κατά 15% φτάνοντας τις 1.6 TWh εμπορικό ισοζύγιο, το οποίο για την περίοδο έως τον Ιούνιο 2026 (που υπάρχουν πλήρη δεδομένα από την ΕΛΣΤΑΤ) ήταν 821.2 εκατ.
Αν την ίδια περίοδο, αντί για πρόσθετη ηλεκτροπαραγωγή από αέριο, οι εξαγωγές καλύπτονταν από ισόποση επιπλέον παραγωγή ΑΠΕ:
Η DAM θα υποχωρούσε ακόμα περισσότερο με τη μέση μείωση να φτάνει τα 7.24 €/ΜWh.
Η εγχώρια χονδρεμπορική αγορά θα ωφελούνταν κατά 1.065 δις ευρώ.
Το εμπορικό ισοζύγιο θα συσσώρευε οφέλη 605.4 εκατ. ευρώ ως τον Ιούνιο 2026.