Η επιστολή Κοβέσι αποκαλύπτει κάτι σημαντικότερο…

Η επιστολή Κοβέσι αποκαλύπτει κάτι σημαντικότερο...
68 / 100 SEO Score

Του δικηγόρου Γεωργίου Ι. Μάτσου

Μετά την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, η σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και Αρείου Πάγου είχε περάσει στις υποσημειώσεις της επικαιρότητας.

Φάνηκε λοιπόν σχεδόν ξαφνικό, να ζητά η κα. Κοβέσι από την Κομισιόν έναρξη της διαδικασίας περικοπής ευρωπαϊκών κονδυλίων για την Ελλάδα, όμοια με της Ουγγαρίας το 2022 μεταξύ άλλων και για αυτό.

Στις προσαπτόμενες από την EPPO παραβιάσεις, προτάσσεται μεν η τροπολογία Φλωρίδη περί ανάκρισης και εκδίκασης βουλευτικών αδικημάτων (άρθρο 40 ν. 5303/2026 που θεσπίζει νέο άρθρο 32Α ΚΠΔ),

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, η μερική ανανέωση θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων από τον Άρειο Πάγο είναι σημαντικότερη αιτίαση.

Η τροπολογία Φλωρίδη

Δεν δημοσιοποιήθηκε η πλήρης επιστολή Κοβέσι και δεν γνωρίζουμε τις αιτιάσεις της κατά του άρθρου 32Α ΚΠΔ.

Δύο σημεία εκτιμώνται προβληματικά.

Πρώτο: Η σύντμηση των προθεσμιών ανάκρισης σε τέσσερις μήνες συν έναν μήνα συμπληρωματική ανάκριση.

Η κυβέρνηση την αιτιολογεί με την ανάγκη αποφυγής παρατεταμένων δικαστικών εκκρεμοτήτων πολιτικών προσώπων.

Έχουμε όμως ήδη τεκμηριώσει, ότι η απονομή ‘διαφορετικής’ Δικαιοσύνης στους πολιτικούς από ό,τι στους πολίτες, οδηγεί σε μη βελτίωση της ‘όλης’ απονομής της Δικαιοσύνης.

Η δε υπερβολικά σύντομη προθεσμία ανάκρισης ενδεχομένως επιφέρει αδυναμία επαρκούς τεκμηρίωσης των αδικημάτων.

φλωριδης

Σε περίπλοκα αδικήματα, οι νόμιμες προθεσμίες ανάκρισης παρατείνονται σιωπηρώς ακόμη και επί έτη. Σε υποθέσεις όμως με κυβερνητικό ενδιαφέρον, οι ανακριτές θα πιέζονται να τηρούν οπωσδήποτε το προβλεπόμενο χρονικό πλαίσιο, με πιθανό αποτέλεσμα ανεπαρκή τεκμηρίωση των βουλευτικών αδικημάτων.

Δεύτερο πιθανώς προβληματικό σημείο του άρθρου 32Α ΚΠΔ: Η υποχρεωτική ανάθεση ‘βουλευτικών’ υποθέσεων σε εφέτη αντί πρωτοδίκη ανακριτή.

Έχουμε ήδη αναλύσει γιατί είναι πιθανότερο να δυσαρεστήσει μια κυβέρνηση ένας πρωτοδίκης ανακριτής, παρά ένας εφέτης ανακριτής.

Η τροπολογία αγγίζει τον πρωθυπουργό, λόγω της πολυσυζητημένης επιστολής τής 6-3-2023 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για ανάθεση της υπόθεσης των Τεμπών σε εφέτη ανακριτή: Τεκμηριώνει υπέρμετρη προτίμηση αυτής της κυβέρνησης στους εφέτες ανακριτές σε όσες υποθέσεις εμπλέκεται η ίδια.

Τούτο μάλλον επιβεβαιώνει την εκτίμηση της στήλης για τους λόγους της προτίμησης αυτής, παρά υποστηρίζει το κυβερνητικό επιχείρημα περί υπεροχής των εμπειρότερων δικαστικών λειτουργών.

Η ανανέωση θητείας των Ευρωπαίων εισαγγελέων

Αν και στην επιστολή Κοβέσι σημειώνεται δεύτερη, η ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων είναι θεσμικά σοβαρότερη.

Η αρμοδιότητα ανανέωσης της θητείας των Ελλήνων Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είχε αποτελέσει από νωρίς αντικείμενο φαινομενικά αχρείαστης αντιπαράθεσης. Φαινομενικά μόνον αχρείαστης. Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι η ελληνική πλευρά δεν επιθυμούσε ανανέωση θητείας συγκεκριμένου προσώπου εκ των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων.

Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανανέωσε τη θητεία και των τριών εισαγγελέων τον Νοέμβριο 2025.

Ξεκίνησε τότε, εκ του μη όντος, δημόσια συζήτηση σχετικά με το εάν το λεγόμενο “Κολέγιο” των Ευρωπαίων Εισαγγελέων είχε την αρμοδιότητα.

Χαρακτηριστική υπήρξε η διαφωνία εν ενεργεία εισαγγελέως, που επιχειρηματολογούσε μεταξύ άλλων ότι “η υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΔΣ [σ.σ.: του Αρείου Πάγου], ως απόρροια της διάκρισης των εξουσιών”.

Βέβαια, και το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων στη δικαστική εξουσία ανήκει. Όχι στην εκτελεστική.

Στις 11-5-2026 ο Άρειος Πάγος αποφάσισε ανανέωση θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων για δύο μόνον χρόνια, αντί για πέντε.

Τα σχετικά ρεπορτάζ κάλυψαν τη διετή ανανέωση της θητείας, χωρίς επαρκή ανάδειξη της διαφοροποίησης του χρόνου ανανέωσης.

Κατά τη γνώμη της στήλης, η διετής ανανέωση είναι πολύ πιο προβληματική από ό,τι εκ πρώτης όψεως δείχνει:

Το άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 περί Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αναφέρει σχετικώς: “Κατόπιν πρότασης του ευρωπαίου γενικού εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο [σ.σ. “Κολέγιο”] διορίζει τους ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί”.

Η διάταξη ορίζει ρητά ότι οι εντεταλμένοι Ευρωπαίοι εισαγγελείς διορίζονται από το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων. Όχι από τα εθνικά όργανα. Τα τελευταία απλώς προτείνουν, όμως το Κολέγιο δικαιούται να απορρίψει προτάσεις προσώπων κατά το δοκούν.

Ρητά προβλέπεται επίσης ότι η θητεία είναι αποκλειστικά πενταετής και ότι αυτή μπορεί να ανανεωθεί. Από ποιον; Από τη στιγμή που η αρμοδιότητα του διορισμού ανήκει αδιαμφισβήτητα αποκλειστικά στο Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, ο Κανονισμός δεν αφήνει περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας.

Απολύτως δε κανένα περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας δεν υπάρχει για τυχόν διαφορετική από πενταετή διάρκεια της ανανεούμενης θητείας.

δικαιοσυνη

Για να διεκδικηθεί η αρμοδιότητα της ανανέωση θητείας από τον Άρειο Πάγο έναντι του Κολεγίου των Ευρωπαίων Εισαγγελέων γίνεται επίκληση ερείσματος (του ελληνικού Συντάγματος) έστω αβασίμως.

Αβασίμως, διότι π.χ. και τη νομοθετική αρμοδιότητα κατά το (μη αναθεωρητέο) άρθρο 26 του Συντάγματος έχει η Βουλή. Με την ίδια λογική διατήρησης των συνταγματικώς τεθειμένων αρμοδιοτήτων, έπρεπε ουδέποτε να μην είχε επιτραπεί η ευρωπαϊκή αρμοδιότητα να θεσπίζονται Κανονισμοί (ευρωπαϊκοί νόμοι δηλαδή) με άμεση ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών.

Κι όμως, οι “κατά παράβαση” του Συντάγματος τεθέντες ευρωπαϊκοί νόμοι γίνονται αναντίρρητα δεκτοί. Αντιθέτως, η ανάθεση μερικής αρμοδιότητας διοίκησης της Δικαιοσύνης στο αντίστοιχο ευρωπαϊκό όργανο απορρίπτεται ως παραβίαση του “πυρήνα” του ελληνικού Συντάγματος.

Πυρήνας του Συντάγματος είναι εντούτοις η λαϊκή κυριαρχία. Όχι επιμέρους τεχνικές διαδικαστικές διατάξεις – όσο σημαντικές κι αν είναι στην πράξη.

Για την αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου προβάλλεται πάντως κάποιο επιχείρημα.

Για τη διετή ανανέωση, όμως, ενώ η θητεία ορίζεται πενταετής, δεν προβάλλεται κανένα.

Πρόκειται για ευθεία παραβίαση του γράμματος του νόμου.

Η α λα καρτ αποδοχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου θέτει έμπρακτο ζήτημα φιλοευρωπαϊκότητας θεσμών και προσώπων.

Κυρίως όμως, η αυθαιρέτως καθοριζόμενη διάρκεια της νέας θητείας χωρίς κανένα έρεισμα, απλώς επειδή έτσι αποφάσισε το ΑΔΣ, αναδεικνύει δημοσίως την (ήδη γνωστή στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ) διάθεση δικαστικών οργάνων να αποφασίζουν όπως θέλουν, ανεξαρτήτως του νόμου.

Τούτο υπερβαίνει από μόνο του κάθε άλλη διάσταση της επιστολής Κοβέσι.