Φυσικό αέριο: Άλμα άνω του 42% μέσα σε έναν μήνα

Φυσικό αέριο: Άλμα άνω του 42% μέσα σε έναν μήνα
66 / 100 SEO Score

Στα 103 ευρώ ανά μεγαβατώρα εκτοξεύτηκε η τιμή του φυσικού αερίου στο τέλος Οκτωβρίου, εντείνοντας τις ανησυχίες για νέο κύμα ακρίβειας. Πώς επηρεάζονται οι λογαριασμοί ρεύματος, η βιομηχανία, τα τρόφιμα και ο τουρισμός.

Νέο ενεργειακό σοκ απειλεί την ελληνική οικονομία, καθώς η τιμή του φυσικού αερίου σημείωσε εκρηκτική άνοδο τον Οκτώβριο, προκαλώντας ανησυχία για τις επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, η τιμή του έφτασε στα 103 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 72,357 ευρώ στις 30 Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας αύξηση 42,35% μέσα σε έναν μήνα. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων στην ενέργεια, υψηλότερου κόστους παραγωγής και πρόσθετων πιέσεων στην οικονομική δραστηριότητα.

Η εικόνα του Οκτωβρίου αποτυπώνει την ένταση των ανατιμήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Από τα 73,938 ευρώ ανά μεγαβατώρα την 1η Οκτωβρίου, η τιμή έφτασε στα 103 ευρώ στο τέλος του μήνα, σημειώνοντας αύξηση 39,31% σε σχέση με την αρχή του μήνα. Με βάση τις 21 ημερήσιες τιμές που παρατίθενται, ο μέσος όρος του δείκτη TTF διαμορφώθηκε στα 85,94 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με την τελευταία τιμή να βρίσκεται σχεδόν 20% υψηλότερα. Για την Ελλάδα, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, η διατήρηση των τιμών σε αυτά τα επίπεδα δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους.

Η πρώτη μεγάλη επιβάρυνση αφορά τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή στη χώρα και η αύξηση του κόστους προμήθειάς του μπορεί να μεταφερθεί στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και, στη συνέχεια, στα τιμολόγια των καταναλωτών. Ενδεικτικά, εάν ένας μηνιαίος λογαριασμός 150 ευρώ αυξηθεί κατά 20%, η πρόσθετη επιβάρυνση φτάνει τα 30 ευρώ τον μήνα ή τα 360 ευρώ σε ετήσια βάση, εφόσον η αύξηση διατηρηθεί για ολόκληρο το έτος.

Η δεύτερη απειλή αφορά τη βιομηχανία και τις επενδύσεις. Επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο στην παραγωγική τους διαδικασία, όπως οι βιομηχανίες τροφίμων και οι μεταλλουργικές μονάδες, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο σημαντικής αύξησης των λειτουργικών δαπανών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας επιχείρησης με ετήσια κατανάλωση 10.000 μεγαβατωρών, η οποία θα επιβαρυνόταν με επιπλέον 200.000 ευρώ εάν η πραγματική τιμή προμήθειας αυξανόταν κατά 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος περιορίζει τα περιθώρια κέρδους, δυσκολεύει τον προγραμματισμό νέων επενδύσεων και επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Η τρίτη εστία πίεσης αφορά τις τιμές των τροφίμων και το συνολικό κόστος διαβίωσης. Η ενέργεια αποτελεί βασικό παράγοντα λειτουργίας των εργοστασίων παραγωγής τροφίμων, των ψυκτικών εγκαταστάσεων και των εμπορικών καταστημάτων. Όταν οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος της αύξησης του ενεργειακού κόστους στις τελικές τιμές, οι ανατιμήσεις φτάνουν σταδιακά και στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Για τα νοικοκυριά, μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει περαιτέρω μείωση της αγοραστικής δύναμης και περιορισμό των διαθέσιμων χρημάτων για άλλες ανάγκες.

Η τέταρτη απειλή συνδέεται με τον τουρισμό και τις προοπτικές ανάπτυξης. Ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικές επιχειρήσεις καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες ενέργειας για ηλεκτροδότηση, θέρμανση και παροχή ζεστού νερού. Εάν οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου διατηρηθούν, το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων θα αυξηθεί, δημιουργώντας πιέσεις στις τελικές τιμές των υπηρεσιών. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν το συνολικό κόστος λειτουργίας τους.

Την έκταση των πιθανών επιπτώσεων αναδεικνύει και μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025 με τίτλο «Energy Commodity Price Shocks in the Euro Area». Σύμφωνα με τα ευρήματά της, οι αυξήσεις στις τιμές της εισαγόμενης ενέργειας το 2022 συνέβαλαν στην ενίσχυση του πληθωρισμού της ευρωζώνης κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αφαίρεσαν περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από την οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνουν τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, καθώς ενισχύουν την ανάγκη για μέτρα στήριξης σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης

ΠΗΓΗ