Φοιτητική στέγη στα ύψη: Τα ενοίκια ανεβαίνουν, η αγοραστική δύναμη μένει καθηλωμένη…
Μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις τιμές των μικρών διαμερισμάτων και τις πραγματικές δυνατότητες των ελληνικών νοικοκυριών
Η αγορά φοιτητικής κατοικίας κινείται πλέον σε εντελώς διαφορετικό ρυθμό από την οικονομική πραγματικότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Τα ενοίκια για μικρά διαμερίσματα συνεχίζουν να αυξάνονται, με τα ανακαινισμένα ακίνητα να κοστίζουν έως και 30% περισσότερο από τα μη ανακαινισμένα, δημιουργώντας ένα ολοένα μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στις τιμές και τις δυνατότητες των οικογενειών που αναζητούν στέγη για τα παιδιά τους.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παραμένει στην τελευταία θέση της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με την Eurostat. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων υπολείπεται κατά 32% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που εντείνει την πίεση στα νοικοκυριά, ειδικά σε όσους καλούνται να καλύψουν το κόστος φοιτητικής στέγης σε μεγάλες πόλεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Spitogatos.gr, σε περιοχές με υψηλή ζήτηση όπως το Γκύζη και το Πεδίον του Άρεως, τα ανακαινισμένα διαμερίσματα ενοικιάζονται κατά μέσο όρο 28,3% ακριβότερα. Η μέση ζητούμενη τιμή φτάνει τα 13,6 ευρώ/τ.μ., έναντι 10,6 ευρώ/τ.μ. για τα μη ανακαινισμένα. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 680 ευρώ για ένα διαμέρισμα 50 τ.μ., έναντι 530 ευρώ για ένα αντίστοιχο χωρίς ανακαίνιση. Αντίστοιχες αυξήσεις καταγράφονται στα Πατήσια, ενώ πιο προσιτές επιλογές εξακολουθεί να προσφέρει η Νίκαια.
Η ποιότητα της ανακαίνισης αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης της τιμής. Πολλά ακίνητα χαρακτηρίζονται «ανακαινισμένα» μετά από περιορισμένες παρεμβάσεις, όπως ένα απλό βάψιμο ή αλλαγή ειδών υγιεινής, γεγονός που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από τους ενδιαφερόμενους πριν αποδεχθούν υψηλότερο ενοίκιο.
Παράλληλα, η προσφορά ανακαινισμένων κατοικιών αυξάνεται σταθερά. Στα Εξάρχεια, το 76% των διαθέσιμων προς ενοικίαση διαμερισμάτων είναι ανακαινισμένο, ενώ υψηλά ποσοστά καταγράφονται στη Δάφνη, το Παγκράτι και τα Σεπόλια. Η ενίσχυση της προσφοράς δημιουργεί μεγαλύτερο ανταγωνισμό, ο οποίος μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών, αν και προς το παρόν η ανοδική τάση παραμένει ισχυρή.