Έμμεσοι φόροι: Η «εύκολη» πηγή εσόδων για το ελληνικό κράτος
Γιατί η Ελλάδα στηρίζεται υπερβολικά στη φορολογία κατανάλωσης
Οι συζητήσεις για μείωση του ΦΠΑ επανέρχονται διαρκώς, καθώς η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά και οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν καθημερινές δαπάνες. Παρά τις προσδοκίες, μια οριζόντια μείωση των συντελεστών θεωρείται δύσκολη, αφού οι έμμεσοι φόροι αποτελούν τη σταθερότερη και σημαντικότερη πηγή εσόδων του κράτους. Επιπλέον, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μειώσεις ΦΠΑ δεν μεταφέρονται πάντα στις τελικές τιμές, καθώς μέρος του οφέλους απορροφάται από την εφοδιαστική αλυσίδα ή τις επιχειρήσεις.
Η υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους δεν είναι τυχαία. Η χρόνια φοροδιαφυγή, κυρίως από επαγγελματίες και επιχειρήσεις, περιόρισε την αποτελεσματικότητα της άμεσης φορολογίας. Έτσι, το φορολογικό βάρος μετατοπίστηκε σταδιακά στην κατανάλωση, όπου η είσπραξη είναι πιο άμεση και ελεγχόμενη. Γι’ αυτό οι κυβερνήσεις προτιμούν μειώσεις σε φόρο εισοδήματος και εισφορές, ενώ οι παρεμβάσεις στον ΦΠΑ παραμένουν περιορισμένες.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν ξεκάθαρα την ιδιαιτερότητα της Ελλάδας. Το 2024, οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν στο 17,1% του ΑΕΠ, ενώ οι άμεσοι στο 11,3%. Η αναλογία 1,51 προς 1 είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. βρίσκεται στο 0,96. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία ή η Ολλανδία, τα κράτη αντλούν περισσότερα έσοδα από άμεση φορολογία παρά από την κατανάλωση.
Η ελληνική πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο πιεστική λόγω των χαμηλών εισοδημάτων. Σύμφωνα με τη Eurostat, οι μέσες αποδοχές στην Ελλάδα παραμένουν από τις χαμηλότερες στην Ε.Ε., ενώ οι συντελεστές ΦΠΑ είναι από τους υψηλότερους. Τα νοικοκυριά με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα δεν μπορούν να περιορίσουν βασικές δαπάνες – τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις, στέγαση – όπου ο ΦΠΑ είναι ενσωματωμένος. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερη ευχέρεια αποταμίευσης και μικρότερη έκθεση στη φορολογία κατανάλωσης.
Η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους έχει και δημοσιονομική λογική: αποτελούν σταθερή πηγή εσόδων και εμφανίζουν μικρότερες απώλειες από φοροδιαφυγή σε σχέση με την άμεση φορολογία. Στην περίοδο υψηλού πληθωρισμού, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη. Όσο αυξάνονται οι τιμές, αυξάνεται αυτόματα και το ποσό ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Ο προϋπολογισμός του 2026 επιβεβαιώνει τη στρατηγική αυτή: τα έσοδα από έμμεσους φόρους εκτιμώνται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. από άμεσους. Η αναλογία 1,6 προς 1 δείχνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της κατανάλωσης από ό,τι οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.