Δημόσιο χρέος: «Βόμβα» 14 τρισ. ευρώ σε τόκους απειλεί 10 μεγάλες οικονομίες έως το 2031
Οι πληρωμές τόκων αναμένεται να εκτοξευθούν σχεδόν στα 3 τρισ. ευρώ ετησίως, καθώς το αυξημένο κόστος δανεισμού περιορίζει τα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες. Στο επίκεντρο οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία.
Το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους εξελίσσεται σε σημαντική δημοσιονομική πρόκληση για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η «Καθημερινή», οι πληρωμές τόκων δέκα μεγάλων οικονομιών έχουν αυξηθεί από το 1,6% του ΑΕΠ τους κατά μέσο όρο πριν από την πανδημία σε περισσότερο από 2,5% σήμερα. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το ποσοστό θα φτάσει το 3,3% έως το 2031, καθώς οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να δανείζονται για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.
Οι δέκα χώρες, συγκεκριμένα οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, αναμένεται να καταβάλουν σχεδόν 1,7 τρισ. ευρώ σε τόκους μέσα στο 2026. Το ποσό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στα 2,9 τρισ. ευρώ ετησίως έως το 2031, καταγράφοντας άνοδο περίπου 70%. Με βάση τις προβλέψεις για τη σταδιακή αύξηση των ετήσιων πληρωμών, οι συνολικές καταβολές τόκων στην επόμενη πενταετία αναμένεται να προσεγγίσουν τα 14 τρισ. ευρώ.
Η δημοσιονομική πίεση δεν εξαρτάται μόνο από το συνολικό ύψος του χρέους, αλλά και από το κόστος που συνεπάγεται η εξυπηρέτησή του. Όταν οι τόκοι αυξάνονται, μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στους πιστωτές, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κονδύλια για δημόσιες υπηρεσίες, υποδομές, κοινωνικές παροχές και φορολογικές ελαφρύνσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη των Μπάρι Αϊχενγκριν, Μαξίμ Μενουέ και Γκρέγκορι Ντονά, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026, το βάρος εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη δημοσιονομική αντοχή μιας χώρας, πέρα από το απόλυτο μέγεθος του χρέους της.
Στην Ευρωζώνη, η Γαλλία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένες δαπάνες τόκων. Στη Γαλλία, οι σχετικές πληρωμές προβλέπεται να αυξηθούν από 79,2 δισ. ευρώ το 2026 σε 91,2 δισ. ευρώ το 2027 και να φτάσουν τα 152 δισ. ευρώ το 2031. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το κόστος αναμένεται να προσεγγίσει το 4% έως το τέλος της περιόδου, από 2,6% το 2026. Στην Ιταλία, οι τόκοι αναμένεται να ξεπεράσουν για πρώτη φορά τα 100 δισ. ευρώ και να αυξηθούν στα 131 δισ. ευρώ έως το 2031, υπερβαίνοντας κατά πολύ τις ετήσιες αμυντικές δαπάνες της χώρας.
Αυξημένες πιέσεις αντιμετωπίζει και η Γερμανία, όπου οι πληρωμές τόκων προβλέπεται να υπερδιπλασιαστούν έως το 2031, ξεπερνώντας τα 82 δισ. ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 1,6% του γερμανικού ΑΕΠ, έναντι 0,75% το 2019 και 0,9% το 2026, περιορίζοντας σταδιακά τα περιθώρια για άλλες κρατικές δαπάνες. Παράλληλα, η Ιαπωνία αναμένεται να καταγράψει αύξηση σχεδόν 90% στις πληρωμές τόκων έως το 2031, καθώς η εξυπηρέτηση του χρέους της γίνεται ακριβότερη.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη είναι η δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ. Οι ετήσιες πληρωμές τόκων έχουν ήδη ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια και εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 1,25 τρισ. δολάρια το 2026. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το ποσό θα φτάσει τα 2,3 τρισ. δολάρια το 2031, αντιστοιχώντας στο 5,7% του αμερικανικού ΑΕΠ. Το 2019, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε μόλις 1,8%. Παράλληλα, εκτιμήσεις της Κοινής Οικονομικής Επιτροπής του αμερικανικού Κογκρέσου ανεβάζουν το συνολικό κόστος των τόκων σε 23 τρισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες των κυβερνήσεων, οι οποίες καλούνται να καλύψουν ελλείμματα και να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στις ενεργειακές ανατιμήσεις. Ο ΟΟΣΑ έχει προειδοποιήσει ότι το κόστος δανεισμού αναμένεται να παραμείνει σημαντική επιβάρυνση για τους κρατικούς προϋπολογισμούς, ενώ το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IIF) επισημαίνει ότι τα υψηλά ελλείμματα και οι αυξανόμενες δαπάνες τόκων αποτελούν πλέον σταθερό χαρακτηριστικό για οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία.