Δεν είναι τα 3 ευρώ – Είναι η αξία της ισονομίας στο ευρωπαϊκό εμπόριο
Του Προέδρου της ΕΣΕΕ, Σταύρου Καφούνη
Η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου για τα μικροδέματα από τρίτες χώρες δεν αποτελεί μια τεχνική αλλαγή στους τελωνειακούς κανόνες. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι η πρώτη έμπρακτη παραδοχή ότι για πολλά χρόνια η Ευρώπη επέτρεψε να αναπτυχθεί μέσα στην ίδια της την αγορά ένας ανταγωνισμός χωρίς ισορροπία.
Δεν είναι εύκολο για μια πολιτική ένωση να αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος. Όταν όμως το κάνει, οφείλει να προχωρά μέχρι το τέλος.
Για περισσότερο από μία δεκαετία η Ευρώπη επένδυσε σχεδόν αποκλειστικά στη διευκόλυνση του καταναλωτή. Περισσότερες επιλογές. Ταχύτερες παραδόσεις. Χαμηλότερες τιμές. Όλα αυτά είναι θεμιτά. Κάπου όμως στην πορεία χάθηκε μια κρίσιμη ισορροπία: ποιος παράγει τον πλούτο που καταναλώνουμε;
Κανένα οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να επιβιώσει όταν ενισχύει διαρκώς την κατανάλωση και αποδυναμώνει εκείνους που τη στηρίζουν. Και στην Ευρώπη αυτό συνέβη.
Δεν πιέστηκαν μόνο οι εμπορικές επιχειρήσεις. Πιέστηκαν οι μικρομεσαίοι προμηθευτές, η ευρωπαϊκή παραγωγή, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες, ολόκληρη η αλυσίδα που δημιουργεί θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα στις τοπικές κοινωνίες.
Το εμπόριο είναι ίσως ο πιο παρεξηγημένος κρίκος της οικονομίας. Συχνά αντιμετωπίζεται ως ο τελευταίος σταθμός, εκεί όπου απλώς καταλήγει ένα προϊόν. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς κοινωνικής συνοχής.
Το κατάστημα της γειτονιάς, η οικογενειακή επιχείρηση, ο εμπορικός δρόμος μιας πόλης δεν αποτελούν μόνο οικονομική δραστηριότητα. Είναι στοιχεία που κρατούν ζωντανές τις τοπικές κοινωνίες. Δημιουργούν δουλειές, στηρίζουν εισοδήματα, χρηματοδοτούν δημόσιες υπηρεσίες μέσα από τους φόρους που πληρώνουν και διαμορφώνουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Όταν αποδυναμώνεται το οργανωμένο εμπόριο, δεν κλείνει μόνο ένα κατάστημα. Χάνει δύναμη ολόκληρη η οικονομία.
Η ίδια η κοινωνία.

Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο μέτρο έχει πρωτίστως συμβολική σημασία. Κι αυτό, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ότι δεν μπορεί άλλος να επενδύει στην ποιότητα, στην ασφάλεια των προϊόντων, στην περιβαλλοντική συμμόρφωση και στη φορολογική συνέπεια και άλλος να αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα επειδή λειτουργεί εκτός αυτού του πλαισίου.
Δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα προστασίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Είναι ζήτημα προστασίας των ίδιων των ευρωπαϊκών κανόνων και των καταναλωτών.
Και η συζήτηση, φυσικά, δεν μπορεί να σταματήσει εδώ.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια συνολική αναθεώρηση της οικονομικής της στρατηγικής. Συζητά για στρατηγική αυτονομία, για επαναπατρισμό παραγωγικών δραστηριοτήτων, για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Δεν μπορεί, λοιπόν, να επιδιώκει όλα αυτά και ταυτόχρονα να αφήνει ανοιχτές χαραμάδες που υπονομεύουν τις ίδιες τις επιχειρήσεις της.
Οι κανόνες της αγοράς δεν είναι γραφειοκρατία. Είναι η έκφραση ενός κοινωνικού συμβολαίου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αποφασίζει ποιον επιβραβεύει και ποιον αφήνει να ανταγωνίζεται χωρίς υποχρεώσεις.
Η Ελλάδα γνωρίζει ίσως καλύτερα από πολλές άλλες χώρες τι σημαίνει ανθεκτικότητα του εμπορίου. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια οι επιχειρήσεις άντεξαν δημοσιονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό και διαδοχικές ανατιμήσεις. Κι όμως, συνέχισαν να στηρίζουν την απασχόληση και να απορροφούν μεγάλο μέρος των αυξήσεων του κόστους, ώστε να προστατεύσουν όσο μπορούσαν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Αυτό το κεφάλαιο εμπιστοσύνης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο.
Το ελληνικό εμπόριο δεν ζητά προνόμια. Ζητά το αυτονόητο, οι κανόνες να ισχύουν για όλους. Και η Ευρώπη, λοιπόν, φαίνεται πως αρχίζει να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως δεν πρέπει να αρκεστεί σε μια μερική διόρθωση.
Η οριστική κατάργηση κάθε καθεστώτος άνισης μεταχείρισης, η αποτελεσματική εποπτεία των ψηφιακών πλατφορμών, η ενίσχυση των τελωνειακών μηχανισμών και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν το επόμενο αναγκαίο βήμα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το ερώτημα δεν είναι πόσο φθηνά αγοράζουμε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι οικονομία θέλουμε να υπάρχει αύριο γύρω μας.
Μια οικονομία που δημιουργεί αξία, επενδύσεις και θέσεις εργασίας στην Ευρώπη ή μια οικονομία που αρκείται να καταναλώνει όλο και φθηνότερα, χάνοντας σταδιακά την παραγωγική και εμπορική της βάση.
Το τέλος των 3 ευρώ δεν είναι ο προορισμός. Είναι η αφετηρία μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συζήτησης για το ποιο παραγωγικό και εμπορικό μοντέλο θέλουμε τις επόμενες δεκαετίες.