Χωρίς μεσαία τάξη δεν πάμε πουθενά
Στην Ελλάδα έχουμε ανάπτυξη. Το λένε οι υπουργοί, το λέει ο πρωθυπουργός, το γράφουν οι πίνακες και το δείχνουν οι παρουσιάσεις των ομιλιών με τα βελάκια προς τα πάνω.
Στην αγορά, ο μικρομεσαίος κοιτάζει τον τζίρο του και ύστερα το υπόλοιπο στην τράπεζα. Τα δύο νούμερα μοιάζουν να αφορούν διαφορετικές επιχειρήσεις.
Ο ελεύθερος επαγγελματίας δουλεύει περισσότερο και κρατάει λιγότερα. Πληρώνει τέλος επιτηδεύματος, φορολογείται για τεκμαρτό εισόδημα €14.000 τον χρόνο και μάλιστα χωρίς το αφορολόγητο που έχουν οι υπόλοιποι Έλληνες φορολογούμενοι.
Ο νέος επιστήμονας των €1.000 πληρώνει €600 για ένα δυάρι 45 τετραγωνικών, €100 για λογαριασμούς και του μένουν €300 για να φάει, να μετακινηθεί και να ζήσει. Η οικογένεια που κάποτε σχεδίαζε σπίτι και δύο παιδιά σήμερα σχεδιάζει πώς θα βγει ο μήνας.
Η Ελλάδα μεγαλώνει με κοινοτικά κονδύλια, τουριστικές εισπράξεις, δανεισμό και πώληση ακινήτων. Με εξωτερικές ροές και ρευστοποίηση περιουσίας πολύ περισσότερο παρά με νέα παραγωγή.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ρίχνει δισεκατομμύρια, ο τουρισμός φέρνει συνάλλαγμα και τα ακίνητα πωλούνται σε τιμές ευρωπαϊκής πρωτεύουσας μέσα σε μια αγορά ελληνικών μισθών. Το ΑΕΠ ανεβαίνει και η κυβέρνηση φωτογραφίζεται δίπλα στο φούσκωμα.
Όταν κοπάσει η ροή, θα επιστρέψει η γνωστή ερώτηση: πού πήγαν τα λεφτά;
Σε εισαγόμενα αυτοκίνητα, ακίνητα, επιδοτήσεις, συμβούλους, αναθέσεις και μελέτες παραγωγικής ανασυγκρότησης γραμμένες από ανθρώπους που έχουν χρόνια να δουν εργοστάσιο. Το χρήμα πέρασε από την οικονομία. Πλούτος έμεινε ελάχιστος.
Όλα αυτά αφήνουν τη μεσαία τάξη απέξω. Και χωρίς μεσαία τάξη δεν πάμε πουθενά.
Μεσαία τάξη είναι ο άνθρωπος που ανοίγει το μαγαζί το πρωί και το κλείνει το βράδυ. Ο μηχανικός, ο γιατρός, ο τεχνίτης, ο προγραμματιστής, ο έμπορος. Βάζει τις οικονομίες του, προσλαμβάνει εργαζομένους και χάνει τον ύπνο του όταν πέφτει ο τζίρος.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις απασχολούν το 84,7% των εργαζομένων στον μη χρηματοπιστωτικό επιχειρηματικό τομέα. Σχεδόν ολόκληρη η πραγματική αγορά βρίσκεται εκεί, και εκεί ακριβώς χτυπά το κράτος.
Ο μεγάλος έχει ισχύ, πρόσβαση και στρατό συμβούλων Big4. Ο φτωχός της εργατικής τάξης έχει ελάχιστα να του πάρεις και, αν το επιχειρήσεις, θα κατέβει στον δρόμο. Στη μέση στέκεται ο άνθρωπος με ΑΦΜ, βιβλία, λίγα χιλιάρικα στην τράπεζα, ένα ακίνητο και κάτι να χάσει.
Άρα μπορεί να εκβιαστεί νόμιμα.
Το κράτος τού παίρνει το κεφάλαιο με φόρους, του τρώει τον χρόνο με γραφειοκρατία, κάνει την εργασία πανάκριβη με εισφορές και μετατρέπει τη στέγη σε επενδυτικό προϊόν. Στο τέλος συγκαλεί επιτροπές για το δημογραφικό.
Η ελληνική μεσαία τάξη έχει έναν συνέταιρο που εμφανίζεται μόνο όταν υπάρχει κέρδος. Κεφάλαιο μηδέν, ρίσκο μηδέν, απαίτηση πρώτη και μεγαλύτερη.
Το κράτος.
Όταν η δουλειά πάει καλά, έρχεται να πάρει. Όταν καταρρέει, στέλνει ειδοποίηση ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ο επαγγελματίας αποφεύγει την επέκταση, η μικρή επιχείρηση μένει μικρή και ο έντιμος φορολογούμενος αισθάνεται ηλίθιος.
Ύστερα το κράτος οργανώνει καμπάνια κατά της φοροδιαφυγής.
Η φοροδιαφυγή λειτουργεί ως παράνομο οξυγόνο μιας αγοράς που το κράτος στραγγαλίζει νόμιμα. Βάλτε εισφορές 15% στην εργασία και φόρο 15% στο επιχειρηματικό κέρδος. Καθαρά, οριζόντια, χωρίς σαράντα κλίμακες και παραθυράκια για τους γνωστούς.
Στην παραγωγική επιχείρηση το κέρδος γίνεται επένδυση, αν το αφήσεις μέσα. Και ό,τι γλιτώνει από φόρους και εισφορές το καταπίνει το σπίτι.
Πανηγυρίζουμε για την άνοδο των ακινήτων σαν να ανακαλύψαμε πετρέλαιο κάτω από τις πολυκατοικίες. Για τον νέο άνθρωπο της μεσαίας τάξης, η ίδια αύξηση κλείνει την πόρτα της ενήλικης ζωής.
Το σπίτι, η βάση της οικογένειας, έγινε asset class. Το διαμέρισμα που κάποτε αγόραζε ένα ζευγάρι σήμερα κλείνεται για short-term rental ή νοικιάζεται σε τιμή που καταπίνει τον έναν από τους δύο μισθούς.

Πανηγυρίζουμε επειδή ανέβηκε η αξία του διαμερίσματος και μετά απορούμε γιατί ο ένοικός του αναβάλλει το παιδί. Ο τριαντάρης μένει στο παιδικό του δωμάτιο και ο σαραντάρης υπολογίζει αν χωράει δεύτερη κούνια. Το πρώτο παιδί αναβάλλεται, το δεύτερο ακυρώνεται και το τρίτο υπάρχει κυρίως στις ομιλίες για το δημογραφικό.
Ύστερα εμφανίζεται το κράτος με ένα επίδομα γέννησης και μερικά κουπόνια. Το επίδομα κρατά λίγους μήνες. Ο λογαριασμός του παιδιού κρατά σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.
Όταν το σπίτι γίνεται χρηματοοικονομικό προϊόν, η οικογένεια γίνεται πολυτέλεια. Η χώρα γερνάει και ο λογαριασμός περνά στις νεότερες γενιές.
Στο μεταξύ, η ψηφιοποίηση χάρισε στη γραφειοκρατία κωδικούς πρόσβασης. Οι σφραγίδες έγιναν ψηφιακές υπογραφές, τα ντοσιέ έγιναν PDF και οι καθυστερήσεις μεταφέρθηκαν πίσω από μια οθόνη. Ψηφιοποιήσαμε την ταλαιπωρία και τη βαφτίσαμε μεταρρύθμιση.
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη σημερινή κυβέρνηση, ο αριθμός των διαδικασιών του Δημοσίου παραμένει αμετάβλητος. Αυτό αποτελεί παραδοχή αποτυχίας του αρχικού στόχου του προγράμματος “Ελλάδα 2.0”. Η γραφειοκρατία απέκτησε καλύτερο interface. Παρέμεινε όμως γραφειοκρατία.
Κάθε περιττή διαδικασία είναι φόρος χωρίς συντελεστή. Πίσω από κάθε υπογραφή που σαπίζει στο συρτάρι, κάποια επιχείρηση περιμένει και κάποιος εργαζόμενος μένει άνεργος.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να διαγράψει μεγάλο μέρος αυτού του παραλογισμού. Το 80% των συνηθισμένων διοικητικών διαδικασιών μπορεί να καταργηθεί ή να αυτοματοποιηθεί. Για όσες απομείνουν, ας υπάρχει υπεύθυνος με ονοματεπώνυμο, προθεσμία και κόστος για την καθυστέρηση.
Η σφραγίδα είναι εξουσία στο ελληνικό σύστημα. Η καθυστέρηση αδειοδότησης δημιουργεί εξαρτήσεις, η ασάφεια τροφοδοτεί μεσάζοντες και η υπογραφή αποκτά συναλλακτική αξία επειδή κάποιος μπορεί να την κρατήσει στο συρτάρι επ’ αόριστον.
Το ασφαλιστικό ολοκληρώνει την αφαίμαξη. Ο εργαζόμενος κοστίζει ακριβά στην επιχείρηση και παίρνει λίγα στο χέρι. Οι νέοι χρηματοδοτούν ένα σύστημα φτιαγμένο για τη δημογραφία της δεκαετίας του 1960 και πληρώνουν συντάξεις με ποσοστά αναπλήρωσης που οι ίδιοι δεν θα δουν ούτε με κιάλια.
Έτσι γεννιούνται η μαύρη εργασία, τα μπλοκάκια και το brain drain. Οι εισφορές πρέπει να χτίζουν περιουσία για τον εργαζόμενο σε προσωπικό κεφαλαιοποιητικό λογαριασμό, με πραγματικές αποδόσεις και κληρονομικότητα. Σήμερα εξαφανίζονται μέσα σε μια υπόσχεση μελλοντικής σύνταξης που απομακρύνεται κάθε δεκαετία.
Όλη αυτή η ζοφερή κατάσταση αφήνει άπλετο χώρο στον αντισυστημισμό και στον λαϊκισμό. Ο εργαζόμενος δουλεύει και φτωχαίνει, ο επαγγελματίας πληρώνει και πνίγεται, ο νέος ψάχνει σπίτι και βρίσκει αδιέξοδο. Η οργή ψάχνει εκπρόσωπο και συνήθως βρίσκει τον χειρότερο διαθέσιμο. Έχουμε τέτοιους.
Έτσι μορφώματα που μέχρι χθες χωρούσαν μόνο στο περιθώριο μπαίνουν σήμερα στη δημόσια συζήτηση με ξυλόλια, άναρθρες κραυγές και κατηγορίες προδοσίας, λες και ξαναματάρθε ο Εμφύλιος.
Και, Θεός φυλάξοι, έτσι επιστρέφει ο ταλαντούχος κ. Τσίπρας, με Κατρούγκαλο ή χωρίς. Τον ακολουθούν τα υπόλοιπα συνεργεία της προηγούμενης αφαίμαξης, έτοιμα να εμφανιστούν ως υπερασπιστές της μεσαίας τάξης που οι ίδιοι ξεκοίλιασαν ως το ’19.
Ποντάρουν στην αμνησία, στην οργή και στην απόγνωση μιας στεγνής αγοράς. Όσο η σημερινή κυβέρνηση στραγγίζει τη μεσαία τάξη, τόσο τους στρώνει το χαλί για να επιστρέψουν ως σωτήρες.
Μια χώρα χωρίς μεσαία τάξη γίνεται κοινωνία προστατών και πελατών. Οι πρώτοι μοιράζουν χάρες και οι δεύτεροι ψηφίζουν για την επόμενη χάρη.
Η έκτακτη ροή του Ταμείου Ανάκαμψης έχει ημερομηνία λήξης. Τα ακίνητα κάποτε θα πάψουν να λειτουργούν ως μόνιμη τρόμπα του ΑΕΠ και ο τουρισμός θα περάσει κακές χρονιές. Τα δανεικά θα ζητήσουν πίσω κεφάλαιο και τόκο.
Η οικονομία σέρνεται γύρω στο 2% παρά την πλημμυρίδα των ευρωπαϊκών πόρων. Όταν η ροή στερέψει, θα φανεί τι πραγματικά χτίσαμε.
Η χώρα θα μείνει με ό,τι δημιούργησε. Με ισχυρή μεσαία τάξη θα έχει παραγωγή, επιχειρήσεις, σπίτια, οικογένειες και ανθρώπους που επιλέγουν να μείνουν εδώ. Με τη σημερινή αφαίμαξη θα έχει πίνακες ανάπτυξης στους διεθνείς οργανισμούς, κλειστά μαγαζιά, άδεια σχολεία και αεροδρόμια γεμάτα νέους με εισιτήρια one-way.