Βουλγαρία: Χιλιάδες τόνοι φρουτολαχανικών έμειναν στα χωράφια λόγω εξευτελιστικών τιμών
Ροδάκινα, καρπούζια, σταφύλια και άλλα προϊόντα στη Βουλγαρία δεν συγκομίστηκαν ή δεν βρήκαν αγοραστή κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου του 2026. Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι οι τιμές παραγωγού δεν καλύπτουν ούτε τα έξοδα καλλιέργειας, συγκομιδής και μεταφοράς
Χιλιάδες τόνοι φρούτων και λαχανικών έμειναν ασυγκόμιστοι ή απούλητοι στη Βουλγαρία κατά τη διάρκεια της περιόδου του 2026, καθώς οι χαμηλές τιμές παραγωγού, το αυξημένο κόστος και οι δυσκολίες πρόσβασης στην αγορά οδήγησαν πολλούς καλλιεργητές σε οικονομικό αδιέξοδο. Οι εκτιμήσεις προέρχονται από εκπροσώπους του αγροτικού κλάδου και όχι από επίσημα στατιστικά στοιχεία, αναδεικνύοντας ένα πρόβλημα που απειλεί τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων.
Στην περιοχή του Σλίβεν, περίπου 2.000 έως 3.000 τόνοι ροδάκινων παρέμειναν στους οπωρώνες, σύμφωνα με τον Κόστα Πέτροφ, εκπρόσωπο της Βουλγαρικής Ένωσης Ροδάκινων.
Οι προσφορές των εμπόρων κυμάνθηκαν από 0,40 έως 0,50 ευρώ ανά κιλό, τιμές που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τα έξοδα της συγκομιδής και της καλλιέργειας.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και στα δαμάσκηνα. Οι αρχικές τιμές παραγωγού διαμορφώθηκαν στα 0,20–0,22 ευρώ ανά κιλό, ενώ αργότερα αυξήθηκαν στα 0,28–0,30 ευρώ. Ωστόσο, για αρκετούς καλλιεργητές, η βελτίωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει την κάλυψη του κόστους παραγωγής.
Απούλητα καρπούζια και προβλήματα διάθεσης σε άλλες περιοχές
Στο Λιούμπιμετς, τουλάχιστον 150 τόνοι καρπουζιών παρέμειναν ασυγκόμιστοι, όταν οι τιμές παραγωγού υποχώρησαν στα 0,08–0,12 ευρώ ανά κιλό.
Παράλληλα, παραγωγοί στην περιοχή της Ντομπρουτζά ανέφεραν ότι σημαντικές ποσότητες προϊόντων έμειναν χωρίς αγοραστή, επικαλούμενοι την υπερπροσφορά, τον ανταγωνισμό από τις εισαγωγές και την αύξηση των καλλιεργητικών δαπανών.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα προϊόν ή μία περιοχή, αλλά επηρεάζει διαφορετικούς κλάδους της βουλγαρικής φυτικής παραγωγής.
Τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία για τη συγκομιδή
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας και Τροφίμων της Βουλγαρίας, έως τις 8 Οκτωβρίου 2026 είχαν καταγραφεί οι ακόλουθες ποσότητες συγκομιδής:
- Ροδάκινα: 19.626 τόνοι
- Δαμάσκηνα: 55.150 τόνοι
- Καρπούζια: 87.940 τόνοι
- Πεπόνια: 31.081 τόνοι
- Αγγούρια υπαίθριας καλλιέργειας: 15.449 τόνοι
- Οινοποιήσιμα σταφύλια: 107.756 τόνοι
Τα στοιχεία αποτυπώνουν την έκταση της παραγωγικής δραστηριότητας, ωστόσο δεν καταγράφουν από μόνα τους το σύνολο των προϊόντων που έμειναν αδιάθετα ή δεν συγκομίστηκαν.
Προβλήματα καταγράφηκαν και στην αμπελουργία. Στην περιοχή του Σετέμβρι, παραγωγοί σταφυλιών προειδοποίησαν ότι δεκάδες τόνοι ενδέχεται να παραμείνουν ασυγκόμιστοι, καθώς οι τιμές αγοράς κυμαίνονταν από 0,30 έως 0,35 ευρώ ανά κιλό.
Οι αμπελουργοί υποστηρίζουν ότι τα συγκεκριμένα επίπεδα τιμών δεν καλύπτουν το κόστος καλλιέργειας και συγκομιδής, εντείνοντας την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν.
Σύμφωνα με τον Τσβετάν Τσέκοφ, πρόεδρο του Κλαδικού Επιμελητηρίου Φρούτων και Λαχανικών, παραγωγοί αναγκάζονται να απορρίπτουν ή να αφήνουν αδιάθετα και άλλα προϊόντα, όπως αγγούρια, πατάτες, βερίκοκα, μήλα και αχλάδια.
Όπως επισημαίνει, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα της διανομής στη συγκεκριμένη αγορά, γεγονός που περιορίζει τη διαπραγματευτική ισχύ των καλλιεργητών και δυσχεραίνει την πρόσβασή τους στα σημεία πώλησης.
Η περιορισμένη δυνατότητα εξεύρεσης αγοραστών, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής, δημιουργεί συνθήκες που οδηγούν σε απώλεια προϊόντων και εισοδήματος.