Από τις ελάχιστες χώρες η Ελλάδα όπου αυξάνεται το κάπνισμα και το άτμισμα στους εφήβους
Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου το κάπνισμα και το άτμισμα αυξάνονται στους εφήβους, την ώρα που στους ενήλικες μειώνονται. Το ποσοστό των 16χρονων που έχουν καπνίσει συμβατικό ή ηλεκτρονικό τσιγάρο εκτοξεύτηκε από 43% το 2019 σε 54% το 2024 . Πρόκειται για μια κοινωνική βόμβα που δείχνει ότι οι πολιτικές προστασίας των ανηλίκων έχουν μείνει πίσω, ενώ η αγορά προϊόντων νικοτίνης εξελίσσεται ταχύτατα.
Οι ειδικοί του ΠΟΥ εξηγούν ότι οι νόμοι και οι φόροι σχεδιάστηκαν για τα παλιά προϊόντα καπνού, όχι για τα σύγχρονα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τα σακουλάκια νικοτίνης και τις συσκευές που μοιάζουν με gadgets. Με γλυκές γεύσεις, έντονο ψηφιακό μάρκετινγκ και influencers, η καπνοβιομηχανία στοχεύει ξεκάθαρα τους νέους. Οι έφηβοι δεν βλέπουν απλώς διαφημίσεις· βομβαρδίζονται από περιεχόμενο που παρουσιάζει τη νικοτίνη ως «cool», «αθώα» και «μοντέρνα» .
Η πρόσβαση παραμένει εξοργιστικά εύκολη. Παρά τους ηλικιακούς περιορισμούς, η εφαρμογή του νόμου είναι χαλαρή σε περίπτερα, μικρά καταστήματα και online πωλήσεις. Πάνω από 50% των μαθητών έχει ήδη δοκιμάσει ηλεκτρονικό τσιγάρο, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά έχει διεισδύσει βαθιά στις σχολικές ηλικίες. Οι έφηβοι μπορούν να προμηθευτούν προϊόντα νικοτίνης σχεδόν χωρίς εμπόδια, συχνά μέσω φίλων ή μεγαλύτερων αδελφών.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν: τα προϊόντα ατμίσματος δεν είναι αβλαβή. Περιέχουν νικοτίνη —μια εξαιρετικά εθιστική ουσία— και χημικά που συνδέονται με φλεγμονές, βλάβες στο αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα, ακόμη και καρκινογόνες ουσίες. Το πιο ανησυχητικό: πολλοί έφηβοι ξεκινούν από το άτμισμα, χωρίς να έχουν καπνίσει ποτέ πριν, και είναι τρεις φορές πιο πιθανό να περάσουν στο συμβατικό τσιγάρο στη συνέχεια .
Ο ΠΟΥ είναι ξεκάθαρος: δεν υπάρχει «ασφαλές» ηλεκτρονικό τσιγάρο για νέους. Ζητά αυστηρότερη νομοθεσία, περιορισμό γεύσεων, απαγόρευση διαφήμισης, ψηφιακούς ελέγχους ηλικίας και ένταξη όλων των νέων προϊόντων στους αντικαπνιστικούς νόμους. Η Ελλάδα κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η επιτυχία θα κριθεί από την εφαρμογή — όχι από τις εξαγγελίες.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η λύση δεν είναι ο φόβος, αλλά η ενδυνάμωση των νέων. Οι καμπάνιες πρέπει να μιλούν στη γλώσσα τους, με χιούμορ, εικόνες και πρότυπα που αναγνωρίζουν. Η κοινωνία —γονείς, σχολεία, πολιτεία— πρέπει να αντιμετωπίσει το άτμισμα όχι ως «μόδα», αλλά ως νέα μορφή εξάρτησης που απειλεί μια ολόκληρη γενιά.