Ανατροπή στο χρυσό… «Χάθηκαν» 187 τόνοι από την αγορά!
Αντιμέτωπη με μια γιγαντιαία ανατροπή βρίσκεται η αγορά του χρυσού. Νέα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν τελικά πολύ λιγότερο χρυσό σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις με μια διαφορά που φτάνει τους 187 τόνους. Οι ποσότητες που θεωρούνταν ότι κατευθύνονταν σε επίσημους αγοραστές επαναταξινομήθηκαν, αφήνοντας πίσω τους ένα μεγάλο ερωτηματικό: Ποιος τελικά απορρόφησε αυτές τις ποσότητες και γιατί η εικόνα της αγοράς άλλαξε τόσο δραματικά;
Την ίδια ώρα, η ολοένα μεγαλύτερη μυστικότητα γύρω από τις κινήσεις μεγάλων κεντρικών τραπεζών, με πρωταγωνίστρια την Κίνα, δυσκολεύει την προσπάθεια των αναλυτών να καταγράψουν την πραγματική εικόνα.
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τον χρυσό, καθώς οι αγορές προσπαθούν να καταλάβουν αν χάνεται ένας από τους βασικούς πυλώνες που στήριξαν το ιστορικό ράλι των τελευταίων ετών.
Τα ανατρεπτικά στοιχεία
Πιο αναλυτικά, μια σημαντική αναθεώρηση των στοιχείων μείωσε δραστικά την εκτίμηση για τις αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες, από 244 τόνους το πρώτο τρίμηνο σε μόλις 57 τόνους, το χαμηλότερο επίπεδο πρώτου τριμήνου εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια, σύμφωνα με νέα έκθεση του World Gold Council (WGC), του διεθνούς φορέα της βιομηχανίας χρυσού.
Οι αγορές των κεντρικών τραπεζών υπήρξαν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που στήριξαν την παγκόσμια αγορά χρυσού τα τελευταία τέσσερα χρόνια και συνέβαλαν στην ιστορική άνοδο των τιμών, η οποία κορυφώθηκε νωρίτερα φέτος.
Αδιαφάνεια στις αγορές των κεντρικών τραπεζών
Ωστόσο, η παρακολούθηση της δραστηριότητάς τους έχει γίνει δυσκολότερη, καθώς οι αγορές τους γίνονται ολοένα και λιγότερο διαφανείς, ιδιαίτερα στην περίπτωση μεγάλων αγοραστών όπως η Κίνα, η οποία δημοσιοποιεί μόνο μέρος των αγορών της.
Μια επιβράδυνση των αγορών από τις κεντρικές τράπεζες θα αποτελούσε σημαντικό αρνητικό παράγοντα για τις τιμές του χρυσού, οι οποίες έχουν ήδη υποχωρήσει σχεδόν κατά 30% από το υψηλό του Ιανουαρίου.

Οι κεντρικές τράπεζες θεωρούνται συχνά ότι λειτουργούν ως ένα άτυπο «κατώτατο όριο» για την τιμή του χρυσού. Μάλιστα, σύμφωνα με το WGC, αντιπροσώπευαν σχεδόν το ένα τρίτο της ζήτησης χρυσού κατά το δεύτερο τρίμηνο. Ωστόσο, αυτός ο μηχανισμός θα μπορούσε να πάψει να λειτουργεί εάν συνεχιστεί η κάμψη της αγοραστικής τους δραστηριότητας.
Ορισμένες κεντρικές τράπεζες δηλώνουν σε εθελοντική βάση τα αποθέματα χρυσού τους στο ΔΝΤ, όμως δεν υπάρχει επίσημη υποχρέωση για κάτι τέτοιο, γεγονός που καθιστά την εκτίμηση της δραστηριότητάς τους ιδιαίτερα δύσκολη. «Τέτοιου είδους λάθη είναι αναπόφευκτο να συμβαίνουν κατά καιρούς», δήλωσε ο John Reade, στρατηγικός αναλυτής αγορών του WGC. Ο οργανισμός χρησιμοποιεί στοιχεία που παρέχει η συμβουλευτική εταιρεία Metals Focus, η οποία καταρτίζει τριμηνιαίες εκτιμήσεις για τις επίσημες αγορές χρυσού, συνδυάζοντας δημόσιες ανακοινώσεις με πληροφορίες από την αγορά.
Το παιχνίδι γάτας και ποντικιού
Ο Reade ανέφερε ότι η ποιότητα των δημόσιων στοιχείων έχει επιδεινωθεί από το 2022, όταν οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας ώθησαν πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες να διαφοροποιήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα μακριά από το δολάριο και να αποκαλύπτουν λιγότερες πληροφορίες σχετικά με τις αγορές χρυσού τους. Όπως είπε, το WGC έχει υιοθετήσει νέες μεθόδους παρακολούθησης των ροών χρυσού, αλλά οι ίδιες οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να αλλάζουν τις αγοραστικές τους πρακτικές μόλις αντιληφθούν ποια στοιχεία παρακολουθούνται.
«Είναι κάπως ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού, μόλις καταλάβουν τι παρακολουθείται», δήλωσε. «Εμείς, φυσικά, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια ώστε να διασφαλίζουμε ότι οι δικές μας επαληθεύσεις είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβείς».
Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι κεντρικές τράπεζες και άλλοι επίσημοι φορείς, όπως τα κρατικά επενδυτικά ταμεία (sovereign wealth funds), αγόρασαν περίπου 345 τόνους χρυσού, το χαμηλότερο επίπεδο εξαμήνου από το 2022, σύμφωνα με την έκθεση του WGC.
Ο λόγος για την αναθεώρηση των στοιχείων του πρώτου τριμήνου είναι ότι μέρος του χρυσού, που προηγουμένως θεωρούνταν ότι κατευθυνόταν προς επίσημους αγοραστές, επαναταξινομήθηκε και εντάχθηκε στην κατηγορία «εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές (over-the-counter) και λοιπές».
Ορισμένοι επίσημοι φορείς ήταν καθαροί πωλητές χρυσού κατά την περίοδο αυτή, μεταξύ των οποίων οργανισμοί στην Τουρκία, τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν.
Μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αρκετά κρατικά επενδυτικά ταμεία της περιοχής άρχισαν επίσης να πωλούν χρυσό, εν μέρει για να αντισταθμίσουν τη μείωση των εσόδων τους από πετρέλαιο και φυσικό αέριο λόγω της σύγκρουσης, σύμφωνα με τον Reade.
Συνολικά, η παγκόσμια ζήτηση χρυσού κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους ανήλθε σε περίπου 2.522 τόνους, αυξημένη κατά περίπου 2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με την έκθεση.
Ένας από τους παράγοντες που επιβάρυναν πρόσφατα τη ζήτηση χρυσού ήταν οι εκροές από τα ETFs που είναι συνδεδεμένα με τον χρυσό, οι οποίες ανήλθαν σε 45 τόνους (περίπου 4 δισ. δολάρια) κατά το δεύτερο τρίμηνο.