Ακυρώθηκε εισφορά 388.000€ προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: Δικαίωση για εισηγμένη εταιρεία
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε άκυρη την πράξη βεβαίωσης – Κενά στη διαδικασία υπολογισμού των τελών και παραβίαση αρχών ισότητας και αναλογικότητας.
Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε πράξη βεβαίωσης εισφοράς ύψους 388.000 ευρώ που είχε επιβληθεί σε εισηγμένη ανώνυμη εταιρεία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η απόφαση αποτελεί σημαντική δικαστική εξέλιξη, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή της εισφοράς δεν στηρίχθηκε σε νόμιμο έρεισμα και παραβίαζε βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου.
Η επίμαχη εισφορά είχε υπολογιστεί βάσει υπουργικής απόφασης του 2016, η οποία όμως –όπως διαπιστώθηκε– δεν λάμβανε υπόψη το πραγματικό κόστος εποπτείας. Το δικαστήριο σημείωσε ότι η παράλειψη αυτή οδηγούσε σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ενώ δημιουργούσε και ανισότητες μεταξύ εταιρειών με διαφορετική διασπορά μετοχών. Επιπλέον, το σχετικό έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κρίθηκε άκυρο, καθώς είχε ήδη απωλέσει το νόμιμο έρεισμά του μετά την ακύρωση της υπουργικής απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας το 2017.
Στην απόφαση επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το ισχύον σύστημα, δεν προβλέπεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον προσδιορισμό του ύψους της εισφοράς. Οι υπόχρεες εταιρείες υπολογίζουν μόνες τους το ποσό, με βάση τον μέσο όρο της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης του προηγούμενου έτους και τα κλιμακούμενα ποσοστά που ορίζει ο νόμος. Το ποσό κατατίθεται απευθείας σε ειδικό λογαριασμό της Επιτροπής, χωρίς να απαιτείται έκδοση καταλογιστικής πράξης.
Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν διαθέτει αρμοδιότητα έκδοσης πράξης που να αποτελεί νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της εισφοράς. Εφόσον δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία, η πράξη ταμειακής βεβαίωσης που εκδόθηκε από τις φορολογικές αρχές στερούνταν νομίμου ερείσματος. Η κρίση αυτή ευθυγραμμίζεται με προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο είχε χαρακτηρίσει τη διαφορά ως διοικητική – φορολογική διαφορά ουσίας.
Η υπόθεση αναδεικνύει τα κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στο πλαίσιο υπολογισμού και είσπραξης των περιοδικών εισφορών εποπτευόμενων εταιρειών. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ανάγκη επικαιροποίησης των σχετικών ρυθμίσεων, ώστε να διασφαλίζεται η νομιμότητα και η διαφάνεια των διαδικασιών.