Ακίνητα: Πόσο φθηνότερο πρέπει να είναι το παλιό για να προτιμηθεί από το νεόδμητο
Η διαφορά τιμής ανάμεσα σε νεόδμητα και παλαιότερα ακίνητα παραμένει καθοριστικός παράγοντας για όσους αναζητούν κατοικία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με το 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που εκπονήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του blog του Ηλία Παπαγεωργιάδη, οι πολίτες εκτιμούν ότι η διαφορά τιμής μεταξύ νέων και παλιών κατοικιών κυμαίνεται πλέον μεταξύ 25% και 30%.
Πότε το παλιό γίνεται πιο ελκυστικό από το νεόδμητο
Η έρευνα εξετάζει για πρώτη φορά το σημείο στο οποίο ένα παλιό ακίνητο θεωρείται πραγματικά συμφέρουσα επιλογή. Με δεδομένο ότι οι τιμές πολλών παλαιών διαμερισμάτων έχουν ανέβει τόσο ώστε να πλησιάζουν τις νεόδμητες κατασκευές, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Όταν το παλιό ακίνητο κοστίζει 20% λιγότερο από το νεόδμητο, η πλειονότητα των υποψήφιων αγοραστών εξακολουθεί να επιλέγει το νέο. Αν όμως η διαφορά φτάσει το 30%, η εικόνα αντιστρέφεται: περισσότεροι στρέφονται στο παλιό, θεωρώντας ότι η εξοικονόμηση δικαιολογεί την επιλογή.
Ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης σημειώνει ότι το εύρος 25%–30% αποτελεί το «σημείο καμπής» που κάνει τους αγοραστές να αλλάζουν προτίμηση, καλώντας τους πωλητές να το λάβουν σοβαρά υπόψη εφόσον επιθυμούν να πουλήσουν σε εύλογο χρόνο.
Λιγότεροι αγοραστές, σταθεροί πωλητές
Η έρευνα καταγράφει σημαντική μείωση του αριθμού όσων δηλώνουν ότι σκοπεύουν να αγοράσουν ακίνητο. Το ποσοστό των υποψήφιων αγοραστών υποχώρησε από 23% σε 19%, ενώ ακόμη πιο έντονη είναι η πτώση σε όσους σχεδιάζουν αγορά μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μόλις το 4,37% δηλώνει ότι θα προχωρήσει σε αγορά εντός έτους.
Την ίδια στιγμή, οι πωλητές παραμένουν σταθερά στο 8%, γεγονός που δημιουργεί μια ιδιότυπη ανισορροπία: οι διαθέσιμοι πωλητές είναι σχεδόν διπλάσιοι από τους αγοραστές, σε μια αγορά που ήδη χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές και μειωμένη προσβασιμότητα.
Το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει ασφυκτικό
Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, σε ποσοστό 89%, θεωρεί ότι το στεγαστικό αποτελεί «αρκετά μεγάλο» ή «πολύ μεγάλο» πρόβλημα. Η εικόνα αυτή παραμένει σταθερή σε όλες τις μετρήσεις του Βαρόμετρου, επιβεβαιώνοντας ότι η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία είναι πλέον διαχρονική.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορά τα «κλειστά σπίτια». Το 17% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι διαθέτει ακίνητο που παραμένει κενό. Στην ερώτηση για το τι θα τους έκανε να το διαθέσουν στην αγορά, οι περισσότεροι αναφέρουν:
- μείωση φορολογίας,
- επιδότηση ενεργειακής αναβάθμισης,
- μέτρα προστασίας των ιδιοκτητών.
Ένα όχι αμελητέο 18% δηλώνει ότι δεν θα άνοιγε το ακίνητο υπό καμία συνθήκη.
Ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης υπογραμμίζει ότι η προστασία των ιδιοκτητών αποτελεί τον πιο άμεσο και οικονομικά «ανώδυνο» τρόπο για να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών, ενώ θεωρεί σημαντική και την τριετή φοροαπαλλαγή για τα κλειστά ακίνητα.
Το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» και η επίδραση στις τιμές
Η έρευνα εξετάζει και την επίδραση του προγράμματος «Σπίτι μου 2» στην αγορά. Η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ότι συνέβαλε στην άνοδο των τιμών πώλησης: το 39% εκτιμά αύξηση άνω του 10% και το 38% αύξηση έως 10%. Αντίστοιχα, το 82% θεωρεί ότι το πρόγραμμα οδήγησε σε άνοδο των ενοικίων.
Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τις εκτιμήσεις των επαγγελματιών της αγοράς, οι οποίοι σε ποσοστό 87% συμφωνούν ότι το πρόγραμμα άσκησε ανοδική πίεση στις τιμές.