Η φετινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την φορολογία
Ο θεσμός της Έκθεσης έχει αρχίσει το 2016 με κύριο στόχο την παρουσίαση και σύγκριση των σύγχρονων τάσεων στο πεδίο της φορολογίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η φετινή Έκθεση αποτελείται από 6 κεφάλαια που αναλύουν τους τομείς φορολογίας οι οποίοι αποτελούν την κορωνίδα της πολιτικής της Επιτροπής για το μέλλον.
Το πρώτο κεφάλαιο εστιάζει στα μακροοικονομικά στοιχεία και την τάση γήρανσης του πληθυσμού ως υπόβαθρο των αποφάσεων φορολογικής πολιτικής. Η Έκθεση επικεντρώνεται στην σύνδεση της φορολογίας με τις συνταξιοδοτικές δαπάνες. Βασίστηκε στην Έκθεση Γήρανσης του 2024 αλλά και στην Έκθεση Draghi του 2024 που οδήγησαν στην πρωτοβουλία της Επιτροπής για την δημιουργία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Συγκεκριμένα, η πληθυσμιακή γήρανση που συγκρούεται με την εξάρτηση των δημοσίων εσόδων από τον φόρο της μισθωτής εργασίας και την μείωση του ενεργού πληθυσμού, θα δημιουργεί αυξανόμενη πίεση στα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία (πρώτος πυλώνας: υποχρεωτική δημόσια ασφάλιση) με τα κράτη-μέλη να οδηγούνται στην υποχρεωτική αύξηση εσόδων μέσω αύξησης άλλων ειδών φόρων καθώς και την ενίσχυση των δεύτερου (συμπληρωματικού: μεικτό δημόσιο και ιδιωτικό σύστημα πχ. ΤΕΑ) και τρίτου (εθελοντικού: ιδιωτικό σύστημα) ασφαλιστικών πυλώνων.
Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά το μείγμα φόρων και δημοσίων εσόδων. Πιο συγκεκριμένα, ποια είδη φόρων χρησιμοποιούνται, σε τι ποσοστά και τι έσοδα αποφέρουν στα κράτη-μέλη, δίνοντας έμφαση στην γενικότερη μείωση λόγου φόρων προς ΑΕΠ. Οι τάσεις 2021-2023 δείχνουν μείωση στα έσοδα από φόρο περιουσίας και περιβαλλοντικά τέλη, ενώ αύξηση παρατηρείται στα έσοδα των φόρων από μισθωτή εργασία, ξεπερνώντας το 50% του συνόλου, με τους φόρους κατανάλωσης να καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση, ενώ τα έσοδα από την φορολόγηση κεφαλαίου παρέμειναν σχετικά σταθερά. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι το μείγμα φόρων διαφέρει αισθητά μεταξύ των κρατών-μελών για λόγους γεωπολιτικούς και κοινωνικούς (στην Ελλάδα στην πρώτη θέση έρχονται τα έσοδα από φόρους κατανάλωσης).
Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στις φορολογικές μεταρρυθμίσεις σε εθνικό και Ενωσιακό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή πρότεινε αρκετά Σχέδια Οδηγιών στα πεδία της άμεσης φορολογίας επιχειρήσεων (πχ. BEFIT, HOT, FASTER), ενεργειακής φορολογίας (Energy Taxation Directive) και ψηφιοποίησης της έμμεσης φορολογίας. Σημαντική είναι η Οδηγία ViDA (ΦΠΑ στην ψηφιακή εποχή) με προβλέψεις για την ηλεκτρονική τιμολόγηση, την οικονομία της πλατφόρμας και την ενιαία εγγραφή για ΦΠΑ καθώς και η τελευταία προσθήκη στην Οδηγία Διοικητικής Συνεργασίας με την υιοθέτηση της DAC9 που συνοδεύει την Οδηγία Pillar 2. Στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων που γνωστοποίησαν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, αυτές εστιάζουν κυρίως σε μέτρα που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και ευημερία των κρατών-μελών, ενώ τέλος τα κράτη-μέλη χρησιμοποιούν το Μέσο Τεχνικής Υποστήριξης για τον εκσυγχρονισμό των φορολογικών διοικήσεων και την ενίσχυση της κανονιστικής συμμόρφωσης.

Το τέταρτο κεφάλαιο αναλύει τα φορολογικά κενά, δηλαδή τα έσοδα που χάνονται κάθε έτος, σε σχέση με αυτά που θεωρητικά έπρεπε να εισπραχθούν, λόγω αναποτελεσματικής επιβολής της κανονιστικής συμμόρφωσης και των επιπέδων διαφθοράς. Τα κενά στα οποία εστιάζεται η προσοχή είναι κυρίως το έλλειμμα του ΦΠΑ και η απάτη τύπου Carousel ή ενδοκοινοτική απάτη αφανούς εμπόρου, καθώς και τα κενά στην φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων. Μέθοδοι επίλυσης των κενών στην έμμεση φορολογία είναι η ψηφιοποίηση των δηλωτικών υποχρεώσεων και των φορολογικών διοικήσεων καθώς και ο μηχανισμός αντιστροφής της επιβάρυνσης ΦΠΑ. Αντίστοιχα τα κενά στην άμεση φορολογία νομικών προσώπων πηγάζουν κυρίως από την μεταφορά κερδών και τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, ενώ των φυσικών προσώπων από την ελλιπή ή μη δήλωση στοιχείων. Τα παραπάνω μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω των Οδηγιών για την Διοικητική Συνεργασία (DAC) και για την Αμοιβαία Συνδρομή στην Είσπραξη Απαιτήσεων, καθώς και με την ανταλλαγή καλών πρακτικών μέσω του προγράμματος FISCALIS.
Το πέμπτο κεφάλαιο εστιάζει στα χαρακτηριστικά των φορολογικών διοικήσεων και την αποτελεσματική είσπραξη δημοσίων εσόδων. Αρχικά, αναλύονται ο λόγος υπαλλήλων ανά εκατομμύριο κατοίκων μεταξύ κρατών-μελών, το ποσοστό υπαλλήλων προς συνταξιοδότηση και η κατανομή τους στις διάφορες υπηρεσίες των διοικήσεων. Η αποδοτικότητα των φορολογικών διοικήσεων ενισχύεται με την βοήθεια εργαλείων όπως το Εργαλείο Διαγνωστικής Αξιολόγησης της Φορολογικής Διοίκησης (TADAT) αλλά και την χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Ενδεικτικά, θεωρείται ότι η αυτοματοποιημένη υποβολή, υποστηριζόμενη από την πλέον διαδεδομένη ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων, μπορεί να εξοικονομήσει στους φορολογούμενους τα αυξημένα έξοδα κανονιστικής συμμόρφωσης. Τέλος, ο έλεγχος, ως κύριο μέσο διαχείρισης της μη συμμόρφωσης, είναι μεν κοστοβόρος και χρονοβόρος, ελλοχεύοντας τον κίνδυνο μείωσης της εθελούσιας συμμόρφωσης και της εμπιστοσύνης των φορολογουμένων προς την διοίκηση, φέρει δε επιπλέον δημόσια έσοδα, μειώνοντας τα ποσοστά φοροδιαφυγής. Ωστόσο, πρέπει να γίνεται ορθολογική επιλογή των περιπτώσεων προς έλεγχο με την χρήση εργαλείων ανάλυσης κινδύνων ώστε να προστατεύεται η φορολογική δικαιοσύνη.
Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο αγγίζει το ζήτημα της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου και τις στρατηγικές για ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Υποστηρίζεται πως η προοδευτικότητα στην φορολογία (μια κλίμακα με διαφορετικούς προοδευτικούς συντελεστές) εξασφαλίζει ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα, με τα περισσότερα κράτη-μέλη να την επιλέγουν στο πλαίσιο κυρίως του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων. Παράλληλα το φαινόμενο συγκέντρωσης μεγάλου πλούτου, λόγω της παγκοσμιοποίησης, των τεχνολογικών εξελίξεων και της τάσης επιβολής φορολογίας κατ’ αρχάς στο εισόδημα από μισθωτή εργασία και δευτερευόντως στο κεφάλαιο, προκαλεί μεγάλες κοινωνικές ανισότητες. Παρόλο που έχουν γίνει αρκετές προτάσεις σε διεθνές επίπεδο για την αποτελεσματική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου (τα άτομα με υψηλή καθαρή περιουσία ή HNWIs αυξάνονται παγκοσμίως όπως αυξάνονται και η συγκέντρωση των περιουσιακών τους στοιχείων), εντούτοις παραμένει μια πολιτική επιλογή των κρατών-μελών το αν και πως θα τον φορολογήσουν, έχοντας ως δεδομένο τον κίνδυνο «απόδρασης» κεφαλαίου από την δικαιοδοσία τους.