Σούπερ μάρκετ: Πόσο έχουν αυξηθεί οι πωλήσεις και πόσο έχει μειωθεί η κατανάλωση
Στην Ελλάδα του 2024, το σούπερ μάρκετ παραμένει αναμφίβολα το βαρόμετρο για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και την οικονομική πραγματικότητα. Και, δυστυχώς, αυτή η οικονομική πραγματικότητα είναι επιβαρυμένη από τον πληθωρισμό των τελευταίων ετών, με τη χώρα να κατατάσσεται πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον δείκτη της υποκειμενικής φτώχειας (67% το 2023, σύμφωνα με τη Eurostat).
Όμως παρά την οικονομική πίεση που αισθάνονται οι Έλληνες, η κατανάλωση δεν έχει υποχωρήσει. Αντιθέτως οι Έλληνες συνεχίζουν να αγοράζουν, να καταναλώνουν και να «ζουν» καθημερινά, αν και με λιγότερα.
Από τα στοιχεία που παρουσίασε κατά τη διάρκεια του 15ου συνεδρίου του ΙΕΛΚΑ ο Βάιος Δημοράγκας, διευθύνων σύμβουλος της Nielsen IQ Hellas, προκύπτει ότι οι πωλήσεις έχουν αυξηθεί κατά 28% από το 2006 μέχρι σήμερα και η κατανάλωση σε όγκο παρουσίασε οριακή πτώση 2% την ίδια περίοδο. Μάλιστα η κατανάλωση, από τις αρχές του έτους μέχρι και τις 10 Νοεμβρίου, σύμφωνα τον κ. Παναγιώτη Μπορέτο, διευθύνοντα σύμβουλο της Circana, έχει αυξηθεί 3,3% σε αξία και 3% σε όγκο.
Αυτό δείχνει ότι παρά την αύξηση των τιμών, οι Έλληνες -και οι τουρίστες, θα συμπληρώσουμε- δεν έχουν σταματήσει να καταναλώνουν, απλώς διαχειρίζονται διαφορετικά τα έξοδά τους, με πιο στοχευμένες αγορές.
Αυτό το «στοχευμένο» στυλ κατανάλωσης, το οποίο παραπέμπει στην αλλαγή προτεραιοτήτων, δείχνει την προσαρμοστικότητα του καταναλωτικού κοινού. Βέβαια σε αυτά τα στατιστικά στοιχεία δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αύξηση της κατανάλωσης στο σπίτι, η μείωση της εκτός οικίας κατανάλωση και οι τουρίστες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Δημοράγκα για το πρώτο εξάμηνο του 2024, η μεγαλύτερη ανάπτυξη στην κατανάλωση καταγράφεται στα νησιά (+6,6%) και στην Κρήτη (+6,1%), περιοχές όπου η τουριστική κίνηση ήταν αυξημένη. Σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως η Μακεδονία και η Θράκη, η ανάπτυξη ήταν στο +5,5%, στην Πελοπόννησο στο +4,2%, ενώ στην Αττική καταγράφηκε ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης (+2,4%).
30% φθηνότερο το καλάθι των PL έναντι των επωνύμων
Στη συγκράτηση της κατανάλωσης, σημαντικό ρόλο έχουν διαδραματίσει τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και οι προσφορές – προωθητικές ενέργειες των επωνύμων. Η αυξημένη παρουσία των private labels και των προσφορών στα καταστήματα ενισχύει τη «στρατηγική» του καταναλωτή που ψάχνει να πετύχει τη μέγιστη αξία για τα χρήματά του. Τα private label, είπε ο κ. Δημοράγκας, παρέχουν ένα καλό deal στον καταναλωτή όσον αφορά τη σχέση ποιότητας-τιμής.
Σήμερα το μερίδιο των private label αγγίζει το 27% σε αξία και 34% σε όγκο. Με το 25% των καταναλωτών να αγοράζει σταθερά επώνυμο προϊόν, το 25% αγοράζει private label. Ενώ ποσοστό 50% των καταναλωτών, «που άγεται και φέρεται ανάλογα με αυτό που θα βρει», όπως είπε ο κ. Μπορέτος, «πιστεύει πως τα private label προϊόντα είναι τουλάχιστον ισάξια με τα επώνυμα».
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ένα καλάθι προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι 30% φθηνότερο από το αντίστοιχο καλάθι με τα επώνυμα προϊόντα (πηγή: Circana). Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η διαφορά τιμής μεταξύ επωνύμων και private label είναι στο 20%.
Οι Έλληνες ψηφίζουν τις προσφορές
Εκτός από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, σαφής είναι η προτίμηση των καταναλωτών και στις προσφορές, το μοντέλο των οποίων θέλει να αλλάξει εκ βάθρων το Υπουργείο Ανάπτυξης. Μάλιστα τα προωθητικά προγράμματα βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο σε βάθος πενταετίας.
Με βάση τους όγκους των προϊόντων που έχουν πουληθεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια κάτω από κάποια προώθηση, σύμφωνα με την Circana, είναι το γάλα ψυγείου υψηλής παστερίωσης, όπου το ποσοστό των πωλήσεων κάτω από κάποια προωθητική ενέργεια φθάνει στο 50%, στους χυμούς ψυγείου το αντίστοιχο ποσοστό είναι στο 61%, στο γιαούρτι στο 68%, στα μπισκότα στο 78%, στο αλεύρι στο 67%, στα πατατάκια στο 72%, στις κονσέρβες ψαριού στο 63% και στο αφρόλουτρο στο 66%.