Ουραγός στις επενδύσεις η Ελλάδα

Ουραγός στις επενδύσεις η Ελλάδα
56 / 100 SEO Score

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο ΕΝΑ, η χώρα μας είναι στην τελευταία θέση της Ε.Ε. όσον αφορά τις επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ το ισοζύγιο αγαθών καταγράφει σημαντική επιδείνωση 2,5 περίπου δισ. ευρώ κατά την τελευταία πενταετία.

Το δεύτερο μέρος της… αποδόμησης του κυβερνητικού αφηγήματος περί ισχυρής οικονομίας, δημοσιοποίησε το Ινστιτούτο ΕΝΑ. Υπενθυμίζεται ότι πριν από λίγο καιρό το Υπουργείο Οικονομίας & Οικονομικών προέβη σε ανακοίνωση που έκανε λόγο για «7 πρωτιές και 7 αλήθειες για την ελληνική οικονομία», θριαμβολογώντας ουσιαστικά για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Στη νέα του ανάλυση, το ΕΝΑ μεταξύ άλλων υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, τονίζει ότι το ισοζύγιο αγαθών καταγράφει σημαντική επιδείνωση 2,5 περίπου δισ. ευρώ κατά την τελευταία πενταετία και επισημαίνει την αύξηση του δημόσιου χρέους σε ονομαστικούς όρους, παρά τη μείωσή του σε όρους ΑΕΠ.

Επενδύσεις
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου, η Ελλάδα καταγράφει «τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση του όγκου επενδύσεων» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό είναι αληθές, όμως εξίσου αληθές είναι και το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Δεν πρέπει φυσικά να αγνοήσουμε την πρόοδο που έχει σημειωθεί καθώς το 2019 οι επενδύσεις βρίσκονταν ακόμα χαμηλότερα, στο 10,7% του ΑΕΠ. Για λόγους σύγκρισης αξίζει να αναφερθεί ότι το 2008 οι επενδύσεις αποτελούσαν το 22,9% του ΑΕΠ. Παρά λοιπόν την αύξηση των επενδύσεων κατά την τελευταία περίοδο, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να φύγει από την τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, μάλλον οι επενδύσεις δεν είναι το δυνατό σημείο της ελληνικής οικονομίας και η ικανοποίηση του Υπουργείου Οικονομικών δεν είναι δικαιολογημένη.

Εισαγωγές και εξαγωγές
Η ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών σημειώνει ακόμα ότι η Ελλάδα παρουσιάζει «τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση μεριδίου στις παγκόσμιες εξαγωγές αγαθών». Το εν λόγω μέγεθος είναι κάπως ιδιόμορφο αφού το μερίδιο είναι ποσοστό και συνεπώς υπολογίζει την ποσοστιαία μεταβολή ενός ποσοστού. Πιο χρήσιμο θα ήταν να εξετάσει κανείς την πορεία των εξαγωγών γενικά και των εξαγωγών αγαθών ειδικότερα. Και βέβαια δεν έχει νόημα να κοιτάζει κανείς τις εξαγωγές χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις εισαγωγές.

Όπως βλέπουμε, στο δεύτερο τρίμηνο του 2019, όταν ανέλαβε την κυβέρνηση η ΝΔ, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ήταν 18,5 δισ. ενώ οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ήταν 17,7 δισ. διαμορφώνοντας ένα οριακά πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο. Έκτοτε οι εισαγωγές υπερβαίνουν τις εξαγωγές και σήμερα, στο δεύτερο τρίμηνο του 2024, οι εισαγωγές έχουν φτάσει τα 23 δισ. ενώ οι εξαγωγές τα 19 δισ. Με άλλα λόγια, κατά την τελευταία πενταετία οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά σχεδόν 4,5 δισ. ενώ οι εξαγωγές κατά μόλις 0,5 δισ.

Αν περιοριστούμε στις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών, η εικόνα είναι κάπως καλύτερη, αν και δύσκολα δικαιολογεί τον ενθουσιασμό του Υπουργείου Οικονομικών. Οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί κατά 2 δισ. ευρώ, από 7,9 δισ. το δεύτερο τρίμηνο του 2019 σε 9,9 δισ. το δεύτερο τρίμηνο του 2024. Η αύξηση είναι πράγματι σημαντική, ωστόσο, οι εισαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί περισσότερο στο ίδιο διάστημα, κατά 4,5 περίπου δισ., από 13 δισ. στο δεύτερο τρίμηνο του 2019 σε 17,5 δισ. στο δεύτερο τρίμηνο του 2024. Επομένως, το ισοζύγιο αγαθών, ακόμα και χωρίς τις υπηρεσίες, καταγράφει σημαντική επιδείνωση 2,5 περίπου δισ. κατά την τελευταία πενταετία.

Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές αγαθών αποτελούν το 22,6% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 35% στην Ευρωζώνη και 36,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν συμπεριληφθούν και οι υπηρεσίες, οι ελληνικές εξαγωγές φτάνουν το 44,9% του ΑΕΠ, έναντι 51% στην Ευρωζώνη και 52,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με αυτά τα δεδομένα, είναι μάλλον παράδοξο να πανηγυρίζει κανείς για τις εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δημόσιο χρέος
Η μείωση του δημόσιου χρέους κατά τα τελευταία χρόνια είναι ίσως η σημαντικότερη θετική εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Υπάρχουν, όμως, τρία σημεία που χρειάζονται διευκρινίσεις. Το πρώτο είναι ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ, παρά τη μείωσή του, παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με διαφορά. Το δεύτερο είναι ότι παρότι το χρέος έχει μειωθεί σαν ποσοστό του ΑΕΠ, έχει αυξηθεί σαν ονομαστικό μέγεθος. Το τρίτο είναι ότι η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό και τη συνακόλουθη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Ας τα δούμε με τη σειρά σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Το ελληνικό δημόσιο χρέος το 2023 ήταν 161,9% του ΑΕΠ, σχεδόν 19 μονάδες χαμηλότερο από το 180,6% του 2019. Ωστόσο, παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αισθητή διαφορά από το 137,3% της Ιταλίας που βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 88,6% και της Ευρωπαϊκής Ένωσης 81,7% (σχεδόν το μισό από το ελληνικό).

Το δεύτερο σημείο είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους σε ονομαστικούς όρους, παρά τη μείωσή του σε όρους ΑΕΠ. Οι μεγάλες αυξήσεις σημειώθηκαν στη διετία της πανδημίας 2020-21 και μόνο του 2023 καταγράφηκε μια ανεπαίσθητη μείωση της τάξης των 100 εκατ. ευρώ. Συγκριτικά με το 2019, το δημόσιο χρέος του 2023 είναι αυξημένο κατά περίπου 25,5 δισ. ευρώ.

Το τρίτο σημείο αφορά το ερώτημα πως γίνεται να αυξάνεται το χρέος σε ονομαστικούς όρους αλλά να μειώνεται σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Η απάντηση είναι μάλλον απλή καθώς το δεύτερο είναι ένα κλάσμα με αριθμητή το ονομαστικό χρέος και παρονομαστή το ονομαστικό ΑΕΠ. Αν λοιπόν το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται περισσότερο από το ονομαστικό χρέος, ο παρονομαστής αυξάνεται περισσότερο από τον αριθμητή και το κλάσμα μειώνεται.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ