Ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη: Χωρίς ουσιαστικές λύσεις οι Βρυξέλλες μπροστά στον δύσκολο χειμώνα
Οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ αναγνωρίζουν ότι έχουν εξαντληθεί τα περισσότερα άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας…
Σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στη νέα ενεργειακή κρίση, καθώς οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών δυσκολεύονται να διαμορφώσουν μια κοινή και αποτελεσματική στρατηγική για την αντιμετώπιση των αυξημένων τιμών. Με τον χειμώνα να πλησιάζει και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή να επιβαρύνουν την ενεργειακή προσφορά, οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ συναντήθηκαν στο Λουξεμβούργο, αναγνωρίζοντας ότι τα περιθώρια για νέα άμεσα μέτρα έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Η εικόνα στις ευρωπαϊκές αγορές είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου ξεπέρασαν την Τετάρτη τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά από το 2022. Η προσπάθεια των ευρωπαϊκών χωρών να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους ενόψει του χειμώνα εντείνει τις πιέσεις, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί πρόσθετες αβεβαιότητες στην ενεργειακή τροφοδοσία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του POLITICO, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι περισσότερες βραχυπρόθεσμες επιλογές έχουν ήδη εξαντληθεί και ότι η διαχείριση των συνεπειών της κρίσης αποτελεί πλέον την κύρια προτεραιότητα.
Ο Ιρλανδός υπουργός Ενέργειας, Ντάρα Ο’Μπράιεν, αναγνώρισε ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε τα κράτη-μέλη διαθέτουν τη δυνατότητα να εξαφανίσουν άμεσα τις αυξήσεις των τιμών. Όπως επισήμανε, έχουν ήδη εφαρμοστεί αρκετά βραχυπρόθεσμα μέτρα και πλέον απαιτείται η αναζήτηση πιο βιώσιμων παρεμβάσεων. Την ίδια στιγμή, οι υπουργοί απέρριψαν την ιδέα να θεσπιστεί επίσημη πολιτική περιορισμού της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από τους πολίτες, παρά τις προηγούμενες εκκλήσεις του Ευρωπαίου επιτρόπου Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν.
Οι αντιδράσεις των κρατών-μελών δείχνουν ότι δεν υπάρχει συμφωνία ούτε ως προς τον τρόπο μείωσης της ενεργειακής ζήτησης. Η Φινλανδία προκρίνει κίνητρα για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών και την αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών, αντί για υποχρεωτικούς περιορισμούς. Η Πολωνία αναγνωρίζει ότι η μείωση της ζήτησης μπορεί να βοηθήσει σε περιόδους έντονης πίεσης, χωρίς όμως να αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση. Από την πλευρά της, η Σουηδία εκτιμά ότι οι υψηλές τιμές θα οδηγήσουν από μόνες τους σε περιορισμό της κατανάλωσης. Ο Γιόργκενσεν, μετά τις αντιδράσεις, εγκατέλειψε την προσπάθεια προώθησης επίσημων περιορισμών και έδωσε έμφαση στις επιδοτήσεις, υπογραμμίζοντας ότι αυτές θα πρέπει να είναι προσωρινές και στοχευμένες.
Μεγάλη διαφωνία καταγράφεται και γύρω από τις επιδοτήσεις των ορυκτών καυσίμων. Από την έναρξη του πολέμου, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν διαθέσει περίπου 18 δισ. ευρώ σε φορολογικές ελαφρύνσεις για τα συγκεκριμένα καύσιμα. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει προειδοποιήσει ότι τα μέτρα πρέπει να έχουν περιορισμένη διάρκεια και να απευθύνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, ώστε να μην ενισχύεται περαιτέρω η ζήτηση και να αποφεύγονται στρεβλώσεις στην ενιαία αγορά. Ωστόσο, τα κράτη-μέλη εμφανίζονται διχασμένα. Μεταξύ των χωρών που ζητούν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για την παροχή πρόσθετων επιδοτήσεων βρίσκεται και η Ελλάδα, ενώ άλλα κράτη εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις μιας ανεξέλεγκτης επέκτασης των εθνικών παρεμβάσεων.
Στο μεταξύ, προτάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόσθετα εργαλεία αντιμετώπισης της κρίσης δεν προχώρησαν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την ιδέα επιβολής πανευρωπαϊκού φόρου στα έκτακτα κέρδη των εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, παρά το γεγονός ότι μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις, όπως η Shell, η TotalEnergies και η Repsol, καταγράφουν υψηλά κέρδη. Παράλληλα, αντιδράσεις εκδηλώθηκαν και στην πρόταση για καλύτερο συντονισμό των ενεργειακών προμηθειών μεταξύ των κρατών-μελών. Οι κυβερνήσεις αμφισβήτησαν κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, δεδομένων των διαφορετικών συμφωνιών και των ήδη διαμορφωμένων αλυσίδων εφοδιασμού.
Περιορισμένα αποτελέσματα είχε και η προσπάθεια αξιοποίησης των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και ντίζελ για την αποκλιμάκωση των τιμών. Η συνολική δέσμευση ανέρχεται πλέον σε 40 εκατομμύρια βαρέλια, επιπλέον των 10 εκατομμυρίων βαρελιών που έχει διαθέσει η Γαλλία, χωρίς να καταγραφεί σημαντική υποχώρηση του κόστους των καυσίμων. Παράλληλα, οι προσπάθειες για αναβολή των απαιτήσεων παρακολούθησης των εκπομπών μεθανίου δεν φαίνεται να έχουν ουσιαστική επίδραση στην αγορά.
Ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης αφορά τη φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να καταστήσει το ρεύμα οικονομικότερο, προτείνοντας να μην επιβαρύνεται φορολογικά περισσότερο από το φυσικό αέριο. Τα κράτη-μέλη, ωστόσο, αντιδρούν στην παρέμβαση των Βρυξελλών, υποστηρίζοντας ότι οι φορολογικές αλλαγές αποτελούν εθνική αρμοδιότητα και απαιτούν ομόφωνη συμφωνία. Την ίδια στιγμή, η ΕΕ προωθεί τη χρήση αντλιών θερμότητας και ηλεκτρικών οχημάτων, καθώς και τη μείωση της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, με τις σχετικές προσπάθειες να συναντούν πολιτικές και θεσμικές αντιστάσεις.