Μετακίνηση εργαζομένων: Πότε ο χρόνος από και προς τη δουλειά θεωρείται εργασία και πότε πληρώνεται
Τι προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και τι ισχύει στην Ελλάδα για τις μετακινήσεις των μισθωτών. Η νέα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ξεκαθαρίζει πότε η διαδρομή αποτελεί χρόνο εργασίας και πότε ο εργαζόμενος δικαιούται να υπολογιστεί στο ωράριό του.
Το ζήτημα της αμοιβής του χρόνου που αφιερώνουν οι εργαζόμενοι για τη μετακίνησή τους από και προς τον χώρο εργασίας επανέρχεται στο προσκήνιο, μετά από νέα απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δικαστική εξέλιξη αναδεικνύει τη διάκριση ανάμεσα στην καθημερινή διαδρομή από την κατοικία προς τη σταθερή επαγγελματική έδρα και στις μετακινήσεις που πραγματοποιούνται κατόπιν εντολής του εργοδότη στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων.
Για τη μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών στην Ελλάδα, η καθημερινή μετάβαση από το σπίτι στην εργασία και η επιστροφή δεν θεωρούνται χρόνος εργασίας. Επομένως, δεν προσμετρώνται στο ημερήσιο ωράριο και δεν αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο εργοδότης διαθέτει μεταφορικό μέσο για τη μεταφορά του προσωπικού. Ακόμη και αν ένας εργαζόμενος χρειάζεται μία ή δύο ώρες για να φτάσει στον χώρο εργασίας του, λόγω απόστασης ή κυκλοφοριακής συμφόρησης, η διάρκεια της διαδρομής δεν δημιουργεί από μόνη της δικαίωμα πρόσθετης αμοιβής.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση όταν η μετακίνηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο συγκεκριμένης επαγγελματικής αποστολής και αποτελεί αναγκαίο μέρος των καθηκόντων του εργαζομένου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στην υπόθεση C-266/14, γνωστή ως υπόθεση Tyco, είχε κρίνει ότι οι μετακινήσεις εργαζομένων χωρίς σταθερό τόπο εργασίας μπορούν να αποτελούν χρόνο εργασίας. Η απόφαση αφορούσε εργαζομένους που ξεκινούσαν από την κατοικία τους για να επισκεφθούν τον πρώτο πελάτη και επέστρεφαν μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας επίσκεψης. Καθοριστικό στοιχείο ήταν ότι ο εργοδότης καθόριζε τις επαγγελματικές διαδρομές και τους πελάτες που έπρεπε να επισκεφθούν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η νεότερη απόφαση C-110/24, η οποία εκδόθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2025 και αφορά εργαζομένους ισπανικής εταιρείας που εκτελούσαν εργασίες σε προστατευόμενες φυσικές περιοχές. Οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένο σημείο που είχε ορίσει η επιχείρηση και στη συνέχεια να μεταφέρονται με εταιρικό όχημα στον χώρο εκτέλεσης των καθηκόντων τους, σύμφωνα με προκαθορισμένο πρόγραμμα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή έπρεπε να υπολογίζονται ως χρόνος εργασίας, καθώς οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να διαχειριστούν ελεύθερα τον χρόνο τους και ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις οδηγίες του εργοδότη.
Η συγκεκριμένη απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για εργαζομένους σε τεχνικές εταιρείες, κατασκευές, συντηρήσεις εγκαταστάσεων, συνεργεία και έργα υποδομών, όπου οι επαγγελματικές μετακινήσεις αποτελούν καθημερινό μέρος της εργασίας. Για παράδειγμα, ένας τεχνικός που υποχρεώνεται να βρίσκεται στις 7 το πρωί στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και από εκεί μεταφέρεται με εταιρικό όχημα σε εργοτάξιο μπορεί, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, να δικαιούται να υπολογιστεί ο χρόνος της μετακίνησης στο ωράριό του. Το ίδιο ισχύει και για την επιστροφή του στο προκαθορισμένο σημείο συγκέντρωσης. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο για έναν εργαζόμενο που μετακινείται καθημερινά με το προσωπικό του αυτοκίνητο από το σπίτι του προς ένα σταθερό γραφείο ή κατάστημα.
Ωστόσο, η αναγνώριση μιας μετακίνησης ως χρόνου εργασίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε λεπτό της πρέπει να αμείβεται με προσαύξηση υπερωρίας. Η ευρωπαϊκή οδηγία 2003/88/ΕΚ ρυθμίζει κυρίως την οργάνωση του χρόνου εργασίας, την ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, καθώς και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, χωρίς να καθορίζει ενιαίο σύστημα αμοιβής για όλα τα κράτη-μέλη. Το ζήτημα της οικονομικής αποζημίωσης εξετάζεται με βάση την εθνική εργατική νομοθεσία, τις συλλογικές ρυθμίσεις και τους όρους της εργασιακής σχέσης. Εφόσον ο χρόνος της υπηρεσιακής μετακίνησης προσμετρηθεί στο ωράριο και η συνολική απασχόληση υπερβεί τα νόμιμα χρονικά όρια, μπορεί να προκύψουν αξιώσεις για υπερεργασία ή υπερωριακή απασχόληση.