Φτωχοί με ακίνητη περιουσία οι Έλληνες
Γράφει ο Βασίλης Ταλαμάγκας
Η ακίνητη περιουσία συντηρεί την εικόνα της οικονομικής ευημερίας στην Ελλάδα, όμως τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια, ενώ η χώρα παραμένει χαμηλά στην ευρωζώνη ως προς τον καθαρό πλούτο.
Η εικόνα της οικονομικής ευημερίας στην Ελλάδα αποδεικνύεται στην πράξη απατηλή, αποκαλύπτοντας μια βαθιά δομική αντίφαση που κατατρύχει την ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες. Παρά την ιστορική και σχεδόν εμμονική αντίληψη ότι η ιδιοκατοίκηση εξασφαλίζει αυτομάτως οικονομική σταθερότητα και ασφάλεια, η χώρα μας περιορίζεται στη μόλις 15η θέση μεταξύ των 19 χωρών της ευρωζώνης όσον αφορά στον καθαρό πλούτο. Πρόκειται για μια πικρή αλήθεια που καταρρίπτει τον μύθο του «νοικοκυρεμένου» Έλληνα που πέτυχε την οικονομική του αποκατάσταση απλώς και μόνο επειδή απέκτησε ένα δικό του κεραμίδι.
Η διάμεσος τιμή του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών, που διαμορφώνεται περίπου στα 118.000 ευρώ, συντηρείται τεχνητά σε αυτά τα επίπεδα. Η φαινομενική αυτή ευρωστία δεν οφείλεται σε μια ουσιαστική συσσώρευση νέου κεφαλαίου, σε υγιείς αποταμιεύσεις ή σε παραγωγικές επενδύσεις που γεννούν προστιθέμενη αξία, αλλά αποκλειστικά και μόνο στις υπερδιογκωμένες αντικειμενικές και εμπορικές αξίες της ακίνητης περιουσίας. Βλέπουμε δηλαδή μια εικονική πραγματικότητα, όπου τα νούμερα ευημερούν στους υπολογισμούς των στατιστικών υπηρεσιών, αλλά η καθημερινότητα των πολιτών παραμένει ασφυκτική.
Η υπερβολική αυτή εξάρτηση του πλούτου από τους «τέσσερις τοίχους» δημιουργεί μια επικίνδυνη δομική στρέβλωση στην εγχώρια οικονομία. Το ακίνητο, αν και εγγράφεται υπερήφανα ως περιουσιακό στοιχείο στον ισολογισμό ενός νοικοκυριού, παραμένει στην πραγματικότητα ένα μη ρευστοποιήσιμο αγαθό που δεν παράγει άμεσο διαθέσιμο εισόδημα.
Αντιθέτως, η ελληνική μεσαία τάξη βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη σε έναν εικονικό «πλούτο στα χαρτιά», την ίδια ακριβώς ώρα που το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά της συμπιέζεται δραματικά από τον επίμονο πληθωρισμό, το δυσβάσταχτο πλέον κόστος διαβίωσης και τη χρόνια στασιμότητα των πραγματικών μισθών. Το να διαθέτεις ένα διαμέρισμα, αλλά να δυσκολεύεσαι να καλύψεις τα μηνιαία έξοδα του σούπερ μάρκετ ή του λογαριασμού ρεύματος δεν συνιστά ευημερία, αλλά έναν κομψό τρόπο να είσαι φτωχός με ακίνητη περιουσία.
Την ίδια στιγμή, η οξεία στεγαστική κρίση και η ανεξέλεγκτη εκτόξευση των ενοικίων μετατρέπουν τη στεγαστική συνθήκη από παραδοσιακό καταφύγιο σε κεντρικό μοχλό φτωχοποίησης για μεγάλες ομάδες του πληθυσμού. Όσοι δεν στάθηκαν τυχεροί να κληρονομήσουν ή να αγοράσουν εγκαίρως κάποιο ακίνητο, βλέπουν ένα δυσανάλογα μεγάλο τμήμα του μισθού τους να εξαφανίζεται κάθε 1η του μηνός, απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν τη βασική ανάγκη της στέγης. Αλλά ακόμη και για τους ίδιους τους ιδιοκτήτες, το κόστος συντήρησης, οι βαριές φορολογικές επιβαρύνσεις και τα αυξημένα κοινόχρηστα μετατρέπουν το «κεφάλαιο» σε διαρκή πονοκέφαλο.
Σε αυτό το αποπνικτικό περιβάλλον, η ελληνική κοινωνία βιώνει τη σταδιακή αλλά συστηματική αφαίμαξη του βιοτικού της επιπέδου. Η οικιστική περιουσία, που κάποτε αποτελούσε το θεμέλιο της κοινωνικής κινητικότητας και τη δικλίδα ασφαλείας για τις επόμενες γενιές, δεν προστατεύει πλέον την οικογένεια από την οικονομική αβεβαιότητα. Αντιθέτως, απλώς συγκαλύπτει τη σταθερή διολίσθηση στο περιθώριο της ευρωπαϊκής ευημερίας. Όσο η πολιτεία και η κοινωνία αρνούνται να δουν την πραγματικότητα πίσω από τους φουσκωμένους δείκτες των ακινήτων, η Ελλάδα θα συνεχίσει να ζει με την αυταπάτη μιας περιουσίας που υπάρχει μόνο στα χαρτιά, την ώρα που η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών της καταρρέει.