Ευρώπη: Η ενεργειακή απεξάρτηση από Ρωσία έφερε… εξάρτηση από ΗΠΑ και ακρίβεια!
Η απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια δεν έφερε την πολυπόθητη ενεργειακή αυτονομία, ενώ οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά. Την ίδια ώρα, η στήριξη της Ουκρανίας και η αύξηση των αμυντικών δαπανών εντείνουν τις πιέσεις στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη ενεργειακή και οικονομική πρόκληση, καθώς η προσπάθεια απεξάρτησης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες δεν οδήγησε σε ενεργειακή αυτονομία. Αντίθετα, μεγάλο μέρος των εισαγωγών μετατοπίστηκε προς άλλους προμηθευτές, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νορβηγία, χωρίς να εξαλειφθεί το πρόβλημα του υψηλού κόστους. Παράλληλα, οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή εντείνουν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με άμεσες επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 αποτυπώνουν τη νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ κάλυπταν το 18,8% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Ε.Ε. και το 63,2% των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Την ίδια στιγμή, η Νορβηγία παρέμενε ο βασικός προμηθευτής φυσικού αερίου μέσω αγωγών, με μερίδιο 51,2%. Η Ρωσία εξακολουθούσε να συμμετέχει στον ευρωπαϊκό ενεργειακό εφοδιασμό, καλύπτοντας το 17,3% των εισαγωγών LNG και το 10,2% του φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Η μεταβολή των προμηθευτών περιόρισε την εξάρτηση από τη Μόσχα, αλλά ενίσχυσε τη σημασία των αμερικανικών ενεργειακών εξαγωγών.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη είναι η θέση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η οποία καλείται να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και την Κίνα με σημαντικά χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται από την ACER και τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η μέση τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ε.Ε. έφτασε τα 151 ευρώ ανά μεγαβατώρα το 2025, έναντι 74 ευρώ στις ΗΠΑ. Η διαφορά επηρεάζει ιδιαίτερα ενεργοβόρους κλάδους, όπως η χημική βιομηχανία και η μεταλλουργία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Στην επιβάρυνση συμβάλλουν, εκτός από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, η δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, το κόστος των καυσίμων, τα δίκτυα και η φορολογία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν προσωρινά τους περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ, επιδιώκοντας να περιορίσουν τις πιέσεις στην εγχώρια αγορά καυσίμων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, προβλέπονται αρχικά εισαγωγές άνω των 300.000 τόνων και επιπλέον 500.000 τόνων τον Νοέμβριο. Η εξέλιξη αναδεικνύει τη διαφορετική προσέγγιση Ουάσιγκτον και Βρυξελλών απέναντι στη Μόσχα: ενώ η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις άμεσες ενεργειακές πιέσεις, η ευρωπαϊκή στρατηγική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον περιορισμό των ρωσικών ενεργειακών εσόδων ως μέσο πίεσης για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να στηρίζει οικονομικά και στρατιωτικά το Κίεβο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, η συνολική βοήθεια της Ε.Ε. και των κρατών-μελών προς την Ουκρανία από το 2022 ανέρχεται σε 227,4 δισ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπεται χρηματοδοτικό πακέτο 90 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027, εκ των οποίων τα 60 δισ. προορίζονται για την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων και της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας και τα υπόλοιπα 30 δισ. για τη δημοσιονομική στήριξη και τη λειτουργία του κράτους. Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται στην παραδοχή ότι η ενίσχυση της ουκρανικής άμυνας μπορεί να αποτρέψει μια εξέλιξη που θα επιδείνωνε τη μελλοντική κατάσταση ασφαλείας στην ήπειρο.
Παράλληλα με τη βοήθεια προς την Ουκρανία, τα κράτη-μέλη αυξάνουν σημαντικά τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της Ε.Ε. ανήλθαν σε 418 δισ. ευρώ το 2025 και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, αυξημένες κατά 75,3% σε σύγκριση με το 2021. Οι αμυντικές επενδύσεις αναμένεται να διαμορφωθούν σε 163 δισ. ευρώ, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να καλύψουν ελλείψεις σε εξοπλισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, ωστόσο, εξελίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος και πιέσεις στην ανταγωνιστικότητά τους.
Η ενεργειακή ασφάλεια, η στήριξη της Ουκρανίας και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας συνδέονται πλέον άμεσα με τη δυνατότητα των κρατών-μελών να διατηρήσουν την οικονομική και κοινωνική τους συνοχή. Η Ε.Ε. καλείται να χρηματοδοτήσει τις αυξημένες αμυντικές ανάγκες, να στηρίξει την ουκρανική οικονομία και ταυτόχρονα να περιορίσει τις επιπτώσεις της ακρίβειας σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών συζητήσεων βρίσκεται, επομένως, η αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στις γεωπολιτικές δεσμεύσεις, την ενεργειακή επάρκεια και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.