ΚΕΦΙΜ: 4 δημοσιονομικές «βόμβες της επόμενης 3ετίας

ΚΕΦΙΜ: 4 δημοσιονομικές «βόμβες της επόμενης 3ετίας
66 / 100 SEO Score

Η εικόνα των δημόσιων οικονομικών έχει αλλάξει θεαματικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Πλεονάσματα, ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, επενδυτική βαθμίδα και χαμηλότερο κόστος δανεισμού συνθέτουν ένα σαφώς καλύτερο σκηνικό. Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο ανθεκτικό θα αποδειχθεί όταν αποσυρθούν τα «δεκανίκια» που βοήθησαν την οικονομία τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό ακριβώς βάζει στο μικροσκόπιο νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ, η οποία χαρακτηρίζει ουσιαστικά την περίοδο 2026–2028 ως τεστ αντοχής για τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.

Μεταδίδει topontiki.gr

Οι αριθμοί, σε πρώτη ανάγνωση, είναι εντυπωσιακοί. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε από το 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025.

Μόνο που υπάρχει και η άλλη όψη: παρά τη μεγάλη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν τελειώσει το Ταμείο Ανάκαμψης

Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία είναι ήδη εδώ. Η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2026 και μαζί της αποσύρεται ένας από τους βασικούς κινητήρες που τροφοδότησαν την ανάπτυξη των τελευταίων ετών.

Οι συγκεκριμένοι πόροι εκτιμάται ότι πρόσθεταν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα ετησίως στην ανάπτυξη, ενώ μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να υποχωρήσουν σημαντικά.

Το πρόβλημα είναι ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν ακόμη 24% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα. Συνεπώς, το μεγάλο στοίχημα είναι ποιος θα καλύψει το κενό όταν σταματήσει η ροή των δισεκατομμυρίων του RRF.

Οι μόνιμες παροχές θέλουν μόνιμα έσοδα

Δεύτερο «καμπανάκι» αποτελεί η δημοσιονομική πολιτική. Το νέο πακέτο παρεμβάσεων για το 2026–2027 υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 0,6% του ΑΕΠ φέτος και 0,8% το 2027.

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες: αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις αποτελούν μόνιμες υποχρεώσεις του προϋπολογισμού. Αν, όμως, χρηματοδοτούνται από έσοδα που ενισχύθηκαν λόγω υψηλού πληθωρισμού και ισχυρής ονομαστικής ανάπτυξης, η εξίσωση μπορεί να γίνει πολύ δυσκολότερη όταν η συγκυρία αλλάξει.

Άλλωστε, μέρος της εντυπωσιακής μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ οφείλεται ακριβώς στον υψηλό πληθωρισμό και την ονομαστική ανάπτυξη και όχι αποκλειστικά στη δημοσιονομική προσαρμογή.

Υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα που δεν φαίνεται εύκολα στη βιτρίνα των σημερινών spreads.

Όσο αποπληρώνονται τα παλαιά δάνεια του EFSF και του ESM και αντικαθίστανται από ομόλογα, τόσο περισσότερο η Ελλάδα θα εξαρτάται από τις διαθέσεις των διεθνών αγορών.

Η μελέτη υπολογίζει ότι εάν η απόδοση του δεκαετούς επέστρεφε κοντά στο 4,5%, η πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση από τόκους θα μπορούσε σταδιακά να φθάσει το 0,8%–1% του ΑΕΠ.

Το τραπεζικό σύστημα έχει κάνει τεράστια απόσταση από το παρελθόν. Τα κόκκινα δάνεια μειώθηκαν από 49,1% το 2016 σε μόλις 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία και διανομή μερισμάτων.

Παραμένει, ωστόσο, ένας σημαντικός δεσμός με το Δημόσιο. Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις αντιστοιχούν ακόμη στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, στοιχείο που δείχνει ότι η εξυγίανση δεν έχει εξαφανίσει πλήρως τη σχέση αλληλεξάρτησης κράτους και τραπεζών.

Ο βαρύς λογαριασμός των συντάξεων

Ίσως η δυσκολότερη μακροπρόθεσμη εξίσωση βρίσκεται στο ασφαλιστικό. Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, έχοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ε.Ε.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι περίπου 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές. Η μελέτη εκτιμά ότι το ποσοστό της κρατικής συμμετοχής θα μπορούσε να πλησιάσει το 62% μέχρι το 2029.

Και πάνω από όλα αυτά βρίσκεται το δημογραφικό: λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται σταδιακά να χρηματοδοτούν περισσότερους συνταξιούχους.

Το συμπέρασμα είναι ότι η πρόοδος στα δημόσια οικονομικά είναι υπαρκτή, αλλά η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα. Χωρίς τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης, με υψηλό χρέος, αυξημένες μόνιμες δαπάνες και ένα ακριβό ασφαλιστικό σύστημα, η περίοδος 2026–2028 θα δείξει πόσο γερά είναι τελικά τα θεμέλια πίσω από τους καλούς δημοσιονομικούς αριθμούς.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, προειδοποιεί ότι παρά τη δημοσιονομική πρόοδο, η τριετία 2026–2028 θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ, καθώς το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές και οι πιέσεις στο συνταξιοδοτικό περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια λανθασμένων επιλογών.