Σαράντος Λέκκας: Ο αναβαλλόμενος φόρος και ο λαϊκισμός Τσίπρα
Η προσέγγιση Τσίπρα όπως συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις είναι δημαγωγική και προσμετράτε σε αυτές που θέλουν να λέγονται πράγματα μόνο και μόνο επειδή ακούγονται ευχάριστα στον απλό πολίτη
Ο αναβαλλόμενος φόρος (ή αναβαλλόμενη φορολογία) είναι ένας λογιστικός όρος που περιγράφει φόρους που δεν πληρώνονται ή δεν αναγνωρίζονται άμεσα, αλλά θα επηρεάσουν τη φορολογία σε μελλοντικές χρήσεις.
Γράφει ο οικονομολόγος Σαράντος Λέκκας
Με απλά λόγια μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει διαφορετικό κέρδος στα λογιστικά της βιβλία από αυτό που αναγνωρίζει η φορολογική νομοθεσία.
Αυτή η διαφορά δημιουργεί έναν φόρο που θα πληρωθεί ή θα συμψηφιστεί αργότερα.
Ο φόρος αυτός καταγράφεται ως αναβαλλόμενος φόρος.
Υπάρχουν δύο βασικές περιπτώσεις, αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση (Deferred Tax Liability – DTL),η εταιρεία θα πληρώσει περισσότερο φόρο στο μέλλον, διοτι για παράδειγμα χρησιμοποιεί ταχύτερες φορολογικές αποσβέσεις από τις λογιστικές, οπότε σήμερα πληρώνει λιγότερο φόρο, αλλά αργότερα περισσότερο.
Και η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που η εταιρεία θα πληρώσει λιγότερο φόρο στο μέλλον, διότι για παράδειγμα μια ζημία φέτος μπορεί να μεταφερθεί για συμψηφισμό με μελλοντικά κέρδη μειώνοντας τον φόρο των επόμενων ετών.
Στην Ελλάδα ο όρος χρησιμοποιείται συχνά όταν γίνεται λόγος για τις τράπεζες.
Μετά την οικονομική κρίση, πολλές τράπεζες απέκτησαν μεγάλες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις λόγω ζημιών και διαγραφών δανείων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι απαιτήσεις προστατεύονται από ειδική νομοθεσία ως αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (Deferred Tax Credits – DTCs), γεγονός που επηρεάζει τα εποπτικά κεφάλαιά τους.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν είναι ένας νέος φόρος, είναι ένας λογιστικός μηχανισμός που κατανέμει τη φορολογική επίπτωση των προσωρινών διαφορών μεταξύ λογιστικών και φορολογικών κανόνων στις χρήσεις όπου αυτές τελικά αντιστρέφονται.
Οι ελληνικές τράπεζες δεν πληρώνουν προμήθεια για όλο τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC), υπάρχει όμως μια ειδική ετήσια προμήθεια προς το Ελληνικό Δημόσιο για συγκεκριμένο μέρος της εγγυημένης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, όπως προβλέπει το άρθρο 27Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Η προμήθεια υπολογίζεται με τον εξής τύπο:
Προμήθεια = 1,5% × ((ισχύων φορολογικός συντελεστής − 26%) / 26%) × εγγυημένη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση
Η προμήθεια αυτή καταβάλλεται ετησίως, πληρώνεται μόνο όσο ο φορολογικός συντελεστής των τραπεζών είναι υψηλότερος από 26%, αποδίδεται στο Ελληνικό Δημόσιο μέσα σε έξι μήνες από τη λήξη του φορολογικού έτους.
Μετά την κρίση και το μεγάλο «κούρεμα» των ομολόγων (PSI), οι ελληνικές τράπεζες είχαν τεράστιες ζημιές.
Οι ζημιές αυτές δημιούργησαν μεγάλες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, υπό κανονικές συνθήκες, οι απαιτήσεις αυτές έχουν αξία μόνο αν η τράπεζα εμφανίσει μελλοντικά κέρδη.
Το κράτος, με το άρθρο 27Α, είπε ουσιαστικά: «Αν η τράπεζα δεν μπορέσει να αξιοποιήσει αυτές τις φορολογικές απαιτήσεις επειδή έχει ζημιές, το Δημόσιο εγγυάται ότι θα τις μετατρέψει σε απαίτηση έναντί του.» Έτσι οι απαιτήσεις αυτές απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη αξία και μπορούσαν να προσμετρώνται στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.
Η προμήθεια θεσπίστηκε επειδή η εγγύηση αυτή έχει οικονομική αξία. Η λογική ήταν αντίστοιχη με μια προμήθεια εγγύησης όταν το Δημόσιο αναλαμβάνει έναν κίνδυνο υπέρ μιας ιδιωτικής επιχείρησης οπότε είναι εύλογο να λαμβάνει ένα αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εγγύηση.
Υπάρχει και ένας πιο τεχνικός λόγος η πρόβλεψη αυτή βοηθούσε να αποδεικνύεται ότι η κρατική στήριξη δεν ήταν εντελώς δωρεάν, κάτι που ήταν σημαντικό και από την πλευρά των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών, όταν μια τράπεζα έχει κέρδη, χρησιμοποιεί μέρος του αναβαλλόμενου φόρου (αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση) για να μειώσει τον φόρο εισοδήματος που θα πλήρωνε.
Όσο αυτό συμβαίνει, το υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου μειώνεται σταδιακά.
Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Assets – DTA / Deferred Tax Credits – DTC) των ελληνικών τραπεζών έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένουν υψηλές.
Με βάση τις πιο πρόσφατες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις (2024–2025), οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν περίπου:
| Τράπεζα | Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (περίπου) |
| Eurobank Ergasias Services and Holdings S.A. | ~2,9 δισ. € |
| Alpha Services and Holdings S.A. | ~3,4 δισ. € |
| Piraeus Financial Holdings S.A. | ~2,8 δισ. € |
| National Bank of Greece S.A. | ~2,3 δισ. € |
Συνολικά, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών ανέρχονται σε περίπου 11–12 δισ. ευρώ.
Ο όρος αναβαλλόμενες υποχρεώσεις σημαίνει κάτι διαφορετικό από την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTA/DTC) το δικαίωμα για μελλοντική μείωση φόρου ή στις ελληνικές τράπεζες, απαίτηση που υπό προϋποθέσεις μετατρέπεται σε απαίτηση κατά του Δημοσίου.
Αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση (DTL) φόρος που θα πληρωθεί στο μέλλον λόγω προσωρινών διαφορών.
Οι ελληνικές τράπεζες είναι γνωστές κυρίως για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, όχι για μεγάλες αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις.
Η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τον αναβαλλόμενο φόρο αφορά κυρίως το γεγονός ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διατήρησε και τροποποίησε το σχετικό θεσμικό πλαίσιο.
Το βασικό πλαίσιο για τη μετατροπή των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) σε απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου θεσπίστηκε στα τέλη του 2014, επί κυβέρνησης Νέα Δημοκρατία–ΠΑΣΟΚ, με τον νόμο 4302/2014 και την εισαγωγή του άρθρου 27Α στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Το 2015, μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση προχώρησε σε τροποποιήσεις του άρθρου 27Α, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.
Με άλλα λόγια, η ευθύνη για το θεσμικό πλαίσιο είναι διαχρονική, η αρχική θέσπιση έγινε από την κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να το διατηρήσει και να το προσαρμόσει αντί να το καταργήσει.
Ο πρώην πρωθυπουργός ξεχνώντας τα όσα έπραξε στην θητεία του πρότεινε να επιταχυνθεί η απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών και να ολοκληρώσουν την απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου έως το 2028, αντί για το σημερινό χρονοδιάγραμμα που εκτείνεται περίπου έως το 2035, διαφορετικά να επιβληθεί έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους, ώστε να έχουν κίνητρο να επισπεύσουν την αποπληρωμή του.
Η Τράπεζα της Ελλάδος απέρριψε δημόσια την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι μια υποχρεωτική επιτάχυνση της απόσβεσης θα είχε σοβαρές συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η υιοθέτηση της πρότασης θα προκαλούσε σημαντική μείωση των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητά τους να χορηγούν νέα δάνεια, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα, και θα δημιουργούσε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας.
Η ΤτΕ υπενθύμισε επίσης ότι ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί «δώρο» προς τις τράπεζες, αλλά προέκυψε από τις ζημιές του Greek government-debt crisis, το Greek government debt restructuring (το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων), και τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο μηχανισμός ήδη αποσβένεται σταδιακά κάθε χρόνο, όπως προβλέπει η νομοθεσία.
Η διαφωνία δεν αφορά το αν ο αναβαλλόμενος φόρος πρέπει να μειωθεί — και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Η διαφορά είναι ο ρυθμός, ο Τσίπρας υποστήριξε ότι, λόγω της ισχυρής κερδοφορίας των τραπεζών, η μείωση πρέπει να γίνει πολύ ταχύτερα (έως το 2028), ώστε να αυξηθούν νωρίτερα τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος υποστήριξε ότι μια τόσο γρήγορη απόσβεση θα αποδυνάμωνε τα κεφάλαια των τραπεζών και θα δημιουργούσε κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η προσέγγιση Τσίπρα όπως συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις είναι δημαγωγική και προσμετράτε σε αυτές που θέλουν να λέγονται πράγματα μόνο και μόνο επειδή ακούγονται ευχάριστα στον απλό πολίτη.
Ο συγκεκριμένος ήταν πρωθυπουργός , θήτευε ακόμη και εάν ο ίδιος δεν το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει στην ανώτερη εκτελεστική πολιτική θέση της χώρας.
Ένας τέτοιος πολιτικός δεν δικαιούται όπως θα έλεγε και η παλιά Πασοκική φρασεολογία να ομιλεί, μόνο συγγνώμη μπορεί να ζητά από τους έλληνες πολίτες που ταλαιπώρησε και μόνο αυτοκριτική θα μπορεί να κάνει .
Μπορεί το σύστημα επικοινωνίας να τον προβάλει ξανά διότι όπως λέγεται στην κομουνιστική διάλεκτο, προσέφερε αρκετά στο μεγάλο κεφάλαιο κατά την διάρκεια της θητείας του, όμως στην συνείδηση των υγιώς σκεπτόμενων πολιτών της χώρας θα παραμείνει ως ο πιο αποτυχημένος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδος.