Στουρνάρας σε Αποστολάκη: Δεν μπορεί η ΤτΕ να “παγώσει” τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας…

Στουρνάρας σε Αποστολάκη: Δεν μπορεί η ΤτΕ να
70 / 100 SEO Score

Απάντηση στην επιστολή της Τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ και βουλευτού Μιλένας Αποστολάκη για το ζήτημα των αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας έδωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι η κεντρική τράπεζα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, χωρίς όμως να διαθέτει αρμοδιότητα άμεσης παρέμβασης στην τιμολόγηση των ασφαλιστικών προϊόντων.

Στην απάντησή του, ο κ. Στουρνάρας υπογραμμίζει ότι η τιμολόγηση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων παραμένει ελεύθερη και δεν υπόκειται σε προηγούμενη εποπτική έγκριση, ωστόσο η Τράπεζα της Ελλάδος βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, μεταξύ των οποίων το υπουργείο Ανάπτυξης, η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, οι ενώσεις καταναλωτών, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος.

“Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθεί αδιαλείπτως τις εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά αναφορικά με το ζήτημα αυξήσεων ασφαλίστρων των ασφαλίσεων υγείας”, αναφέρει χαρακτηριστικά ο διοικητής της ΤτΕ.

Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι βασική αποστολή της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ώστε να διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνουν, αλλά και η προστασία των ασφαλισμένων μέσω της εποπτείας των διαδικασιών σχεδιασμού και τιμολόγησης των ασφαλιστικών προϊόντων.

“Η ιδιωτική ασφάλιση δεν αντικαθιστά το δημόσιο σύστημα υγείας”

Αναφερόμενος στη λειτουργία της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας στην Ελλάδα, ο κ. Στουρνάρας σημειώνει ότι έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να υποκαταστήσει το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

“Στην Ελλάδα, οι ιδιωτικές ασφαλίσεις υγείας έχουν χαρακτήρα συμπληρωματικό των ασφαλίσεων υγείας από το υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και σε καμία περίπτωση η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί να την αντικαταστήσει”, τονίζει.

Παράλληλα, διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση από το γερμανικό μοντέλο, όπου για ορισμένες κατηγορίες πολιτών η επιλογή της ιδιωτικής ασφάλισης συνεπάγεται μόνιμη έξοδο από το δημόσιο σύστημα υγείας.

Ο δείκτης αναπροσαρμογής και οι αυξήσεις ασφαλίστρων

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο διοικητής της ΤτΕ στον ετήσιο δείκτη αναπροσαρμογής μακροχρόνιων ασφαλίστρων (Ε.Δ.Α.), ο οποίος θεσπίστηκε με τον νόμο 5170/2025 και συνδέει τις αυξήσεις των ασφαλίστρων με συγκεκριμένους παράγοντες.

Όπως σημειώνει, ο δείκτης λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων την εξέλιξη των δαπανών νοσηλείας που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και τη μεταβολή της ηλικιακής σύνθεσης των ασφαλισμένων.

milena apostolaki

Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει ότι ο Ε.Δ.Α. δεν μπορεί να λειτουργεί ως απόλυτο πλαίσιο περιορισμού των αναπροσαρμογών για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς κάθε εταιρεία έχει διαφορετικό χαρτοφυλάκιο, διαφορετικό προφίλ ασφαλισμένων και διαφορετική εμπειρία ζημιών.

“Η αντίληψη του δείκτη αυτού ως απόλυτου ορίου εφαρμογής για τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων (…) υποθέτει ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βιώνουν συνεχώς την ίδια εμπειρία αποζημιώσεων με το σύνολο της αγοράς. Προφανώς όλες αυτές οι υποθέσεις δεν ισχύουν”, αναφέρει.

Προειδοποίηση για το κόστος υγείας

Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρεται επίσης στον κίνδυνο που θα μπορούσε να δημιουργηθεί για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις εάν περιορίζονταν σημαντικά οι δυνατότητες προσαρμογής των ασφαλίστρων.

Όπως επισημαίνει, σε ένα σενάριο όπου οι αυξήσεις ασφαλίστρων περιορίζονταν μόνιμα στο 7%, ενώ το κόστος αυξανόταν περισσότερο, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα χρειάζονταν σημαντική αναπροσαρμογή των τεχνικών τους προβλέψεων. Σε σχετική άσκηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, το ποσό αυτό ξεπερνούσε τα 5 δισ. ευρώ.

Η πρόταση της ΤτΕ για το κόστος των νοσηλειών

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι ένα από τα βασικά προβλήματα στην αγορά ιδιωτικής υγείας αφορά το μοντέλο τιμολόγησης των υπηρεσιών από τα νοσηλευτικά ιδρύματα προς τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Η ΤτΕ τάσσεται υπέρ της εξέτασης εναλλακτικών μοντέλων, όπως τα συστήματα ομαδοποιημένων διαγνώσεων (DRGs), τα οποία συνδέουν την αποζημίωση με τη διάγνωση και όχι με την κάθε επιμέρους υπηρεσία που παρέχεται.

Παράλληλα, προτείνει τη διεύρυνση των διαθέσιμων παρόχων υγείας μέσω πιθανών συμπράξεων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (ΣΔΙΤ), ώστε οι ασφαλιστικές εταιρείες να μπορούν υπό προϋποθέσεις να αγοράζουν υπηρεσίες και από δημόσια νοσοκομεία.

Τέλος, ο κ. Στουρνάρας υπογραμμίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει δυνατότητα παρέμβασης στα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων, τα οποία, όπως σημειώνει, θα πρέπει να επανεξεταστούν από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Ο διοικητής της ΤτΕ καταλήγει δηλώνοντας ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα αρμόδια στελέχη της κεντρικής τράπεζας παραμένουν διαθέσιμοι για περαιτέρω τεχνικές διευκρινίσεις.

Απάντηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος σε επιστολή της Τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Βουλευτού κας Μιλένας Αποστολάκη

Ακολουθεί η απάντηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα σε επιστολή, που του είχε απευθύνει η Τομεάρχης Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Βουλευτής, κα Μιλένα Αποστολάκη:

Αγαπητή κυρία Αποστολάκη,

Σε απάντηση της από 14/7/2026 επιστολής σας προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, θα θέλαμε, επί των ερωτήσεων, να σας γνωρίσουμε τα ακόλουθα:

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθεί αδιαλείπτως τις εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά αναφορικά με το ζήτημα αυξήσεων ασφαλίστρων των ασφαλίσεων υγείας. Σε αυτό το πλαίσιο, αν και η τιμολόγηση όλων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται σε καμία εποπτική έγκριση, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με όλους τους αρμόδιους φορείς, όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου (τομέας προστασίας καταναλωτή), την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή καθώς και ενώσεις καταναλωτών, διαμεσολαβούντων και την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ αρχάς την ευθύνη να διασφαλίσει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά διατηρούν τη φερεγγυότητά τους και διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων. Και αυτό το κάνει, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ασφάλιστρα θα πρέπει να είναι επαρκή, ώστε να μην απαιτείται συστηματικά προσθήκη επιπλέον κεφαλαίων, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονιστεί τελικά η φερεγγυότητα της εκάστοτε ασφαλιστικής επιχείρησης.
Από την άλλη όμως πλευρά, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει σκοπό να προστατεύει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων δίδοντας, σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή εποπτεία των διαδικασιών που έχουν αναπτύξει οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να σχεδιάζουν και να επιβλέπουν τα προϊόντα τους με σκοπό να διασφαλίζουν την εύλογη σχέση ποιότητας/αξίας για τους ασφαλισμένους τους.

3. Στην Ελλάδα, οι ιδιωτικές ασφαλίσεις υγείας έχουν χαρακτήρα συμπληρωματικό των ασφαλίσεων υγείας από το υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και σε καμία περίπτωση η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί να την αντικαταστήσει. Αυτό βεβαίως διαφέρει στην περίπτωση της Γερμανίας (στην οποία υπάρχει ρητή αναφορά στην επιστολή σας), καθώς η επιλογή της ιδιωτικής ασφάλισης στην Γερμανία, για ορισμένες κατηγορίες πολιτών, αποκλείει δια βίου τους πολίτες αυτούς από την πρόσβασή τους στο δημόσιο σύστημα υγείας και δεν δύναται να επιστρέψουν σε αυτό.
Οπότε, για ασφαλίσεις υγείας που έχουν χαρακτήρα συμπληρωματικό, όπως στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο παρέχει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την ελευθερία του σχεδιασμού και της τιμολόγησης των ασφαλιστικών της προϊόντων, οι δε επιμέρους παράμετροι που επηρεάζουν το ύψος των ασφαλίστρων κατά την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης ρυθμίζονται από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία παραμένει ελεύθερη, χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εισάγουν νέες απαιτήσεις, όπως ενδεικτικά αποθεματικά γήρατος.

4. Ο κίνδυνος ακυρωσιμότητας (lapse risk) αξιολογείται και εποπτεύεται στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας των τεχνικών προβλέψεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, στον υπολογισμό των οποίων λαμβάνεται υπόψιν ξεχωριστά από άλλους κινδύνους.
Συνεπώς, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να τηρεί, για τον κίνδυνο αυτό, ξεχωριστά κεφάλαια προκειμένου να έχει την δυνατότητα να απορροφήσει τυχόν μη αναμενόμενες ζημίες από τον κίνδυνο αυτόν.

5. Η Τράπεζα της Ελλάδος, χρησιμοποιώντας όλο το εύρος των εποπτικών εργαλείων που της δίδει το εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, προβαίνει σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, επιτόπιους ή μη, διασφαλίζει ότι οι τεχνικές προβλέψεις και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις, είναι σε συνεχή βάση επαρκείς, για την κάλυψη δυσμενών εξελίξεων ως προς το κόστος ασφάλισης.

tte 1

6. Ο νόμος 5170/2025 εισάγει τον ετήσιο δείκτη αναπροσαρμογής μακροχρόνιων ασφαλίστρων (εφεξής Ε.Δ.Α.) και εξαρτά την αύξηση των σχετικών ασφαλίστρων από τον δείκτη αυτό.
Η ΚΥΑ υπ. αρ.74816/30-9-2025 καθορίζει περαιτέρω τους παράγοντες που θα λαμβάνονται υπόψη από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (εφεξής ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τον Ε.Δ.Α., αναγνωρίζοντας ότι οι δαπάνες νοσηλείας που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα νοσηλευτικά ιδρύματα αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του κόστους ασφάλισης και ως εκ τούτου η ετήσια μεταβολή τους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον καθορισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων τους. Επιπλέον, η ως άνω ΚΥΑ στον ορισμό του Ε.Δ.Α. αναγνωρίζει την ηλικιακή μεταβολή ως έναν κρίσιμο παράγοντα τιμολόγησης.
Ο Ε.Δ.Α. συνιστά κατ’ ουσία ένα σημαντικό μέτρο που αντανακλά την εμπειρία επί των ασφαλιστικών αποζημιώσεων ασφαλίσεων υγείας ολόκληρης της ασφαλιστικής αγοράς, μέτρο το οποίο προσφέρει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα την δική τους εμπειρία σε σχέση με την αγορά, και να προβούν στις όποιες απαραίτητες προσαρμογές των ασφαλίστρων, των παροχών αλλά και του τρόπου διαχείρισης των ζημιών και αποζημιώσεων που απορρέουν από τις μακροχρόνιες ασφαλιστικές συμβάσεις υγείας. Ο Ε.Δ.Α., βασίζεται σε απογραφικά στοιχεία των ατομικών συμβολαίων της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθώντας έτσι την εξέλιξη των συνολικών δαπανών της αγοράς, ειδικά αυτών των συμβολαίων, συνεκτιμώντας και το κόστος που προκαλεί η ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων.
Η αντίληψη του δείκτη αυτού ως απόλυτου ορίου εφαρμογής για τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων πλείστων διαφορετικών μακροχρόνιων συμβάσεων υγείας και από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που τα προσφέρει υποθέτει, (α) ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βιώνουν συνεχώς την ίδια εμπειρία αποζημιώσεων με την εμπειρία του συνόλου της αγοράς, (β) ότι κάθε ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίζει τους ίδιους ασφαλισμένους με τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και (γ) ότι το προφίλ υγείας και ηλικίας των ασφαλισμένων της δεν αποκλίνει από το αντίστοιχο των άλλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προφανώς όλες αυτές οι υποθέσεις δεν ισχύουν.

7. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό των υποχρεώσεών τους (τεχνικές προβλέψεις) λαμβάνουν υπόψη τους τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που δημιουργηθεί η προσδοκία ότι το ύψος των μελλοντικών πληρωμών ή ασφαλίστρων θα διαφοροποιηθεί, τότε οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται σε επανυπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων στη βάση της νέας προσδοκίας, λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση σε όλα τα έτη μέχρι τη λήξη όλων των συμβάσεων ασφάλισης. Ως εκ τούτου, και όπως αναφέρετε στην επιστολή σας, αν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έπρεπε να διαμορφώσουν νέα προσδοκία, στο πλαίσιο ενός σεναρίου ότι το μελλοντικό ύψος των αυξήσεων ασφαλίστρων θα ήταν για όλα τα έτη 7% σταθερό, τότε, σύμφωνα και με την υπόθεση υψηλότερης του ως άνω ποσοστού αύξησης του συνολικού κόστους, θα ήταν αναγκαίο να αναπροσαρμόσουν τις τεχνικές τους προβλέψεις κατά ένα σημαντικό ποσό (στη συγκεκριμένη άσκηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών που αναφέρετε, πλέον των 5 δις ευρώ).

8. Προς επίλυση των άνω προβληματισμών σε σχέση με το κόστος ασφάλισης υγείας, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει δημόσια τα εξής (βλ. ενδεικτικά Έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, Μάϊος 2025, σελίδες 76-79):

Ο καθορισμός των τιμών των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας από τα νοσηλευτικά ιδρύματα προς τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι κομβικός για τη δημιουργία υγιούς συστήματος αποζημιώσεων για υπηρεσίες υγείας.
Η κοστολόγηση, και κατ’ επέκταση τιμολόγηση, των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας από τα νοσηλευτικά ιδρύματα προς τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα σήμερα ακολουθεί το μοντέλο της διακριτής τιμολόγησης εκάστης υπηρεσίας (fee-for-service, εφεξής FFS).
Για την αντιμετώπιση των μειονεκτημάτων του μοντέλου FFS και ειδικότερα για να διατηρούνται τα ασφάλιστρα ασφαλίσεων υγείας σε προσιτά επίπεδα, έχουν αναπτυχθεί διεθνώς μέθοδοι που:

α) Περιλαμβάνουν την υιοθέτηση εναλλακτικών τρόπων τιμολόγησης των υπηρεσιών υγείας, κυρίως μέσω ομογενών διαγνωστικών ομάδων (diagnosis related groups – DRGs). Το σύστημα DRG περιλαμβάνει την ομαδοποίηση, για σκοπούς τιμολόγησης, εξετάσεων, διαδικασιών και θεραπειών με γνώμονα την διάγνωση με την οποία σχετίζονται. Στο πλαίσιο αυτό, η χρέωση διαφοροποιείται ανά διάγνωση, ανεξαρτήτως των ιατρικών υπηρεσιών που πράγματι προσφέρθηκαν και της ποσότητας των υλικών που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν. Σκοπός του συστήματος DRG είναι να δώσει κίνητρα στους παρόχους υγείας για καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και να μειώσει την διάρκεια παραμονής σε νοσηλευτικά ιδρύματα.

β) Περιλαμβάνουν την διεύρυνση των διαθέσιμων παρόχων από τους οποίους οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αγοράσουν υπηρεσίες υγείας. Τέτοια μέθοδος αποτελεί η υιοθέτηση ενός μοντέλου λειτουργίας στη βάση σύμπραξης των ιδιωτών με το δημόσιο (ΣΔΙΤ), όπως, ενδεικτικά, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις να μπορούν να αγοράσουν υπηρεσίες υγείας και από τα δημόσια νοσοκομεία, υπό όρους και προϋποθέσεις, ώστε μια σειρά ιατρικών πράξεων να αντιμετωπίζονται στα δημόσια Νοσοκομεία με αυξημένο όφελος τόσο για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας όσο και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Τέλος, η ΤτΕ παρακολουθεί, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει βάσει του Ευρωπαϊκού και του εθνικού θεσμικού πλαισίου, στα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων, τα οποία θα πρέπει όμως να επανεξεταστούν από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Είναι αυτονόητο ότι τα αρμόδια στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος και εγώ προσωπικά είμαστε διαθέσιμοι προκειμένου να σας παρέχουμε πρόσθετες διευκρινήσεις σε τεχνικό επίπεδο, σε περίπτωση που το επιθυμείτε.

Με εκτίμηση,

Γιάννης Στουρνάρας

ΠΗΓΗ