Γιατί η Ελλάδα έχει τα πιο ακριβά όσπρια και αποξηραμένα φρούτα στην Ευρώπη
Η Ελλάδα διαθέτει πλούσια παράδοση στα όσπρια και στα φρούτα, όμως η αγορά τους παρουσιάζει μια αντιφατική εικόνα: υψηλές τιμές, περιορισμένη παραγωγή και έντονη εξάρτηση από εισαγωγές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τιμές των οσπρίων στη χώρα έχουν αυξηθεί 35% περισσότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης από το 2015 και μετά . Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για προϊόντα με ισχυρή διατροφική αξία και χαμηλό κόστος παραγωγής, η εγχώρια αγορά δεν κατάφερε να αναπτυχθεί με τρόπο που να καλύπτει τη ζήτηση.
Ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος εντοπίζεται στο παρελθόν της ελληνικής γεωργίας. Οι παλαιότερες γενιές αγροτών απέφευγαν συστηματικά τις καλλιέργειες οσπρίων, θεωρώντας τες «φτωχικές» και μη αποδοτικές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην αναπτυχθεί τεχνογνωσία, να μην αγοραστεί σύγχρονος εξοπλισμός και να μην δημιουργηθεί μια σταθερή παραγωγική βάση. Η αλυσίδα από το χωράφι στο ράφι παρέμεινε αδύναμη, με περιορισμένες επενδύσεις και ελάχιστες οργανωμένες προσπάθειες ιχνηλασιμότητας και ποιοτικής αναβάθμισης.
Παρά τις δυσκολίες, υπήρξαν αξιόλογες πρωτοβουλίες από μεμονωμένους παραγωγούς και εταιρείες που προσπάθησαν να αναδείξουν τα ελληνικά όσπρια. Ωστόσο, η έλλειψη συντονισμού και η μικρή κλίμακα παραγωγής δεν επέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού οικοσυστήματος. Η μηχανική καλλιέργεια άργησε να εκσυγχρονιστεί, ενώ ο εξοπλισμός ήταν ακριβός και δυσεύρετος. Μόνο τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται σύγχρονες μηχανές συλλογής που επιτρέπουν την επέκταση της παραγωγής σε πιο επαγγελματικές βάσεις.
Στο μέτωπο των αποξηραμένων φρούτων, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η Ελλάδα παράγει μεγάλες ποσότητες φρέσκων φρούτων, όμως η μεταποίηση παραμένει περιορισμένη. Η επιχειρηματική κοινότητα δεν έχει επενδύσει επαρκώς σε τεχνολογίες ξήρανσης, ενώ η γειτονική Τουρκία κυριαρχεί διεθνώς σε προϊόντα όπως σύκα και βερίκοκα, χάρη στο χαμηλό κόστος παραγωγής και την ισχυρή κρατική στήριξη. Η απουσία βιομηχανικής ηλιακής ξήρανσης και σύγχρονων μεθόδων μεταποίησης αφήνει την Ελλάδα πίσω σε έναν κλάδο με σημαντικές προοπτικές.
Παράλληλα, μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια: υψηλό κόστος μεταφοράς, μεγάλη απόσταση από τα κέντρα κατανάλωσης και περιορισμένη πρόσβαση σε δίκτυα διανομής. Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν δύσκολη την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής αγοράς αποξηραμένων φρούτων, παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών για υγιεινά σνακ.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα διαθέτει τις πρώτες ύλες και το δυναμικό, αλλά όχι τις δομές που απαιτούνται για να προσφέρει ποιοτικά προϊόντα σε λογικές τιμές. Η αργή ανάπτυξη της παραγωγής, η έλλειψη επενδύσεων και η ισχυρή διεθνής πίεση οδηγούν σε υψηλές τιμές για όσπρια και αποξηραμένα φρούτα, παρά το γεγονός ότι η ζήτηση αυξάνεται. Ωστόσο, τα σημάδια αλλαγής είναι ορατά: νέος εξοπλισμός, αυξανόμενο ενδιαφέρον παραγωγών και αναδυόμενες μικρές επιχειρήσεις δείχνουν ότι η αγορά μπορεί να μεταμορφωθεί τα επόμενα χρόνια.