Γιατί ο Ε. Μυτιληναίος χτύπησε καμπανάκι για μια νέα γενιά κόκκινων δανείων από φωτοβολταϊκά
Ένα από τα πιο ηχηρά καμπανάκια που έχουν χτυπήσει το τελευταίο διάστημα για την ελληνική αγορά ενέργειας ήρθε από τον εκτελεστικό πρόεδρο της Metlen, Ευάγγελο Μυτιληναίο, ο οποίος προειδοποίησε ανοιχτά ότι η σημερινή πορεία της αγοράς φωτοβολταϊκών μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας γενιάς “κόκκινων δανείων” στον ενεργειακό τομέα.
Η παρέμβασή του δεν έγινε τυχαία. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια ανησυχία που πλέον διατρέχει ολόκληρη την αγορά: από τους παραγωγούς και τις τράπεζες έως τους διαχειριστές και τους επενδυτές που βλέπουν τα οικονομικά μοντέλα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν εκατοντάδες έργα ΑΠΕ να αλλάζουν με ταχύτατους ρυθμούς.
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Ο επικεφαλής της Metlen περιέγραψε με σαφήνεια το πρόβλημα που έχει αρχίσει να εμφανίζεται σχεδόν καθημερινά στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού. Τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά κορυφώνεται, το σύστημα κατακλύζεται από φθηνή ενέργεια, δημιουργώντας υπερπροσφορά. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται όλο και συχνότερα μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί θεωρητικά να μοιάζει θετική για την αγορά, στην πράξη όμως δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας για χιλιάδες επενδύσεις που χρηματοδοτήθηκαν με τραπεζικό δανεισμό και στηρίχθηκαν σε διαφορετικές παραδοχές εσόδων.
Όπως τόνισε ο Ε. Μυτιληναίος, όταν η αγορά δεν αποδίδει, οι επενδυτές δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν δάνεια, χρεολύσια και χρηματοδοτικές υποχρεώσεις, ενώ συμπιέζονται και οι αναμενόμενες αποδόσεις κεφαλαίου. Αυτό ακριβώς είναι που γεννά τον φόβο ότι ένα μέρος των έργων μπορεί τελικά να περάσει στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, δημιουργώντας ένα νέο κύμα προβληματικών δανείων, αυτή τη φορά με επίκεντρο τις ΑΠΕ.

Στην πραγματικότητα, τα πρώτα σημάδια αυτής της κρίσης έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη της αγοράς, αρκετοί ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών έργων βρίσκονται ήδη σε διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης των δανείων τους, επιδιώκοντας επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής ή αλλαγές στους χρηματοδοτικούς όρους ώστε να μειωθεί η πίεση στις ταμειακές ροές.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο κυρίως για τους μη καθετοποιημένους παίκτες της αγοράς, δηλαδή για εταιρείες που διαθέτουν μόνο παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς ισχυρή παρουσία στην προμήθεια ή στο trading. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι πολύ πιο εκτεθειμένες στη μεταβλητότητα της χονδρεμπορικής αγοράς και επομένως επηρεάζονται άμεσα από τις ώρες μηδενικών τιμών και τις περικοπές παραγωγής.
Και οι περικοπές πλέον αποτελούν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Η ταχύτατη ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια οδήγησε σε χιλιάδες νέα έργα, χωρίς όμως να προχωρήσουν με την ίδια ταχύτητα οι αναγκαίες υποδομές αποθήκευσης και δικτύων. Την ίδια στιγμή, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξήθηκε με τους ρυθμούς που αρχικά είχαν προβλεφθεί.
Έτσι, το σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει τη συνολική παραγωγή, ειδικά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, για αρκετές ώρες ημερησίως, στο ελληνικό χρηματιστήριο ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφηκαν μηδενικές αλλά και αρνητικές τιμές, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα αποκτά πλέον διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αποθήκευση ενέργειας εμφανίζεται ως η μοναδική ρεαλιστική διέξοδος. Η προσθήκη μπαταριών στα φωτοβολταϊκά έργα θεωρείται πλέον από την αγορά σχεδόν μονόδρομος, καθώς επιτρέπει στους παραγωγούς να αποθηκεύουν ενέργεια τις ώρες υπερπροσφοράς και να τη διαθέτουν αργότερα, όταν οι τιμές είναι υψηλότερες.
Ωστόσο, εδώ αναδύεται ένα νέο πρόβλημα: η εγκατάσταση μπαταριών απαιτεί νέο δανεισμό και επιπλέον κεφάλαια σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την αγορά έχει αρχίσει να κλονίζεται.
Τραπεζικά στελέχη επισημαίνουν ότι πλέον δεν αξιολογείται μόνο το τεχνικό σκέλος μιας επένδυσης, αλλά και το εμπορικό μοντέλο λειτουργίας της. Σε αντίθεση με ένα φωτοβολταϊκό έργο, όπου η παραγωγή είναι σχετικά προβλέψιμη, μια μπαταρία αποτελεί ένα δυναμικό asset, του οποίου η απόδοση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στρατηγική διαχείρισης και τον optimizer που χρησιμοποιείται.
Αυτό καθιστά τη χρηματοδότηση πιο σύνθετη, ενώ ταυτόχρονα εντείνει τις επιφυλάξεις των τραπεζών απέναντι σε νέα έργα.
Παρά το γεγονός ότι μέχρι το τέλος του 2026 εκτιμάται πως θα έχουν εγκατασταθεί περίπου 700 MW αποθήκευσης στην Ελλάδα, η αγορά θεωρεί ότι τα επίπεδα αυτά δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστεί η υπερπροσφορά ενέργειας που προκαλεί η συνεχής διείσδυση νέων φωτοβολταϊκών.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, είναι ότι η κρίση που περιγράφει ο Ε. Μυτιληναίος δεν αφορά μόνο τα έσοδα ορισμένων επενδυτών. Αγγίζει συνολικά τη σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς, τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης αλλά και την αξιοπιστία του επενδυτικού πλαισίου της χώρας.
Και αυτό γιατί, εάν οι επενδυτές και οι τράπεζες αρχίσουν να θεωρούν ότι οι αποδόσεις των έργων ΑΠΕ δεν είναι πλέον προβλέψιμες, τότε το κόστος χρηματοδότησης θα αυξηθεί, τα νέα projects θα δυσκολευτούν να προχωρήσουν και η ενεργειακή μετάβαση κινδυνεύει να επιβραδυνθεί σημαντικά.