«Βόμβα» από το ΣτΕ για τις διπλές συντάξεις…
«Βόμβα» στο ασφαλιστικό: Το ΣτΕ «ναρκοθετεί» τις διπλές συντάξεις – 200.000 δικαιούχοι συντάξεων χηρείας κινδυνεύουν να τους ζητηθούν επιστροφές χιλιάδων ευρώ
Μια δικαστική απόφαση με σημαντικές προεκτάσεις, η οποία αναμένεται να επηρεάσει το πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης, εξέδωσε το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας. Με την υπ’ αριθμόν 699/2026 απόφασή του, το επταμελές Α’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό την προεδρία της Αντιπροέδρου Α. Καλογεροπούλου και με εισηγήτρια τη Σύμβουλο Επικρατείας Μ.-Αλ. Τσακάλη, ξεκαθαρίζει το τοπίο γύρω από τη σώρευση συντάξεων.
Η υπόθεση είχε δικαστεί στις 5-12-2024 ενώπιον του ΣτΕ (7μελής σύνθεση) και οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων χηρείας είχαν ζητήσει την ακύρωση της Φ.80000/Δ17/109302/30-12-2021 εγκυκλίου του πρώην Υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.Τσακλόγλου με θέμα «Εθνική σύνταξη και κατώτατα όρια σε περίπτωση σώρευσης-Συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία».
Με πλειοψηφία η 7μελής σύνθεση του Α’ Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε συνταγματική μία από τις διατάξεις του νόμου Τσίπρα-Κατρούγκαλου (άρθρο 7 παρ. 5 ν. 4387/2016) που επιτρέπει ΜΙΑ ΜΟΝΟ εθνική σύνταξη σε περίπτωση σώρευσης στο ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων τής μίας συντάξεως (σύνταξη χηρείας-σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος).
Σύμφωνα με την ΕΝΥΠΕΚ, με την απόφαση αυτή 200.000 και πλέον συνταξιούχοι λόγω θανάτου κινδυνεύουν με επιστροφή ποσών 15.000-30.000 ευρώ.
Απόφαση του ΣτΕ για διπλές συντάξεις: Το σκεπτικό
Το σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας βασίζεται στην αδιάστικτη γραμματική διατύπωση του νόμου. Οι δικαστές επεσήμαναν ότι αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να εισαγάγει μια εξαίρεση για τη συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων, θα έπρεπε να το έχει πράξει ρητά στο σώμα του νόμου ή τουλάχιστον να υπάρχει σχετική αναφορά στην οικεία αιτιολογική έκθεση. Από τη στιγμή που δεν υφίσταται τέτοια πρόβλεψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι η σύνταξη λόγω θανάτου εξαιρείται από τον περιορισμό κρίνεται νομικά αβάσιμη. Το δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα των συνταξιούχων περί του αντιθέτου, τονίζοντας ότι η σύνταξη χηρείας αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα το οποίο ασκείται «ιδίω δικαίω» και, ως εκ τούτου, υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς με όλα τα υπόλοιπα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Η μείωση αυτή, όπως διευκρινίζεται, επηρεάζει το συνολικό άθροισμα των εθνικών συντάξεων όταν αυτό ξεπερνά το θεσμοθετημένο όριο των 384 ευρώ και δεν στρέφεται αποκλειστικά κατά της σύνταξης λόγω θανάτου.
Το διοικητικό σκέλος της απόφασης επικεντρώνεται στη νομιμότητα της εγκυκλίου Φ.80000/Δ17/109302/30-12-2021 του πρώην Υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εξειδίκευε ζητήματα σχετικά με την εθνική σύνταξη και τα κατώτατα όρια σε περίπτωση σώρευσης, καθώς και τις συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία. Η επίμαχη εγκύκλιος προέβλεπε ότι ο περιορισμός της μίας εθνικής σύνταξης θα ίσχυε για το μέλλον, δηλαδή για όσες συντάξεις θα σωρεύονταν μετά την έκδοσή της. Παράλληλα, για τους συνταξιούχους που ήδη λάμβαναν διπλή εθνική σύνταξη βάσει προγενέστερων οδηγιών των υπηρεσιών, η εγκύκλιος όριζε ότι το επιπλέον ποσό θα διατηρούνταν και θα εμφανιζόταν ως «προσωπική διαφορά», προκειμένου να μην υποχρεωθούν οι πολίτες σε επιστροφή αναδρομικών ποσών που θα μπορούσαν να κυμανθούν από 15.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση.
Η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αυτού του χειρισμού προσδιορίζει τη νομική φύση της πράξης. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή, αν και έφερε τον τίτλο της εγκυκλίου, δεν αποτελούσε μια απλή ερμηνευτική οδηγία προς τις υπηρεσίες. Από τη στιγμή που μετέθετε τον χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων του νόμου και εισήγαγε τη ρύθμιση της «προσωπικής διαφοράς» για τις παλαιές συντάξεις, η πράξη αυτή παρήγαγε νέο δίκαιο και είχε κανονιστικό χαρακτήρα.
Με αυτό το δεδομένο, το ΣτΕ διαπίστωσε δύο νομικές πλημμέλειες. Πρώτον, η εγκύκλιος εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση, γεγονός που παραβιάζει το άρθρο 43 του Συντάγματος. Δεύτερον, ως κανονιστική πράξη, ήταν υποχρεωτικό να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επειδή η Διοίκηση περιορίστηκε στην ανάρτησή της στο σύστημα «Διαύγεια», το δικαστήριο την έκρινε ανυπόστατη και την ακύρωσε κατά τα πληττόμενα μέρη της, για λόγους ασφάλειας δικαίου.
Η εξέλιξη αυτή φέρει τη Διοίκηση ενώπιον της ανάγκης για νέες ρυθμίσεις, καθώς το μεταβατικό καθεστώς και η προσωπική διαφορά ακυρώθηκαν. Μετά την ακύρωση αυτή, οι υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις σύμφωνα με το ακριβές γράμμα του νόμου, όπως αυτό ερμηνεύτηκε. Η επίκληση της αρχής της χρηστής διοίκησης από την πλευρά του Υπουργείου, το οποίο υποστήριξε ότι η ρύθμιση υπαγορεύθηκε από την ανάγκη προστασίας των συνταξιούχων που εισέπραξαν καλόπιστα τα ποσά λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, καθώς κρίθηκε ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη νομοθετικού ερείσματος.
Η επόμενη ημέρα της απόφασης του ΣτΕ αναμένεται να επικεντρωθεί στην αναζήτηση νομοθετικών λύσεων, καθώς οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων απευθύνουν ήδη καλέσματα για την κατάργηση της διάταξης περί μίας εθνικής σύνταξης και τη θεσμική προστασία της συγκεκριμένης ευαίσθητης κοινωνικής κατηγορίας.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος απαιτεί πλέον τη λήψη πρωτοβουλιών μέσω της νομοθετικής οδού. Το Υπουργείο Εργασίας καλείται να εξετάσει την κατάθεση νέας νομοθετικής ρύθμισης στη Βουλή, η οποία θα διαθέτει την απαιτούμενη συνταγματική θεμελίωση. Μέσω αυτής της παρέμβασης θα πρέπει είτε να θεσπιστεί με τυπικό νόμο η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς για τους παλαιούς συνταξιούχους, είτε να διαμορφωθεί ένα νέο πλαίσιο που θα ρυθμίζει τις οικονομικές παραμέτρους για τις συντάξεις χηρείας με τρόπο συμβατό προς το Σύνταγμα, αποτρέποντας τον κίνδυνο αιφνίδιων περικοπών ή αναζήτησης αναδρομικών.