Κτηνοτροφία υπό κατάρρευση: Η ευλογιά των προβάτων, οι πολιτικές ευθύνες και το μέλλον της Θεσσαλίας
Θεσσαλία σε οριακό σημείο: Η ευλογιά των προβάτων, οι ευθύνες και ο κίνδυνος για το μέλλον της κτηνοτροφίας
Η Θεσσαλία βρίσκεται στο επίκεντρο της μεγαλύτερης κρίσης που έχει γνωρίσει η ελληνική κτηνοτροφία τις τελευταίες δεκαετίες. Η ευλογιά των προβάτων, μια εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια, εξαπλώθηκε από το 2024 με ρυθμούς που αιφνιδίασαν τις αρχές, οδηγώντας στη θανάτωση περίπου 500.000 ζώων μέσα στους πρώτους 14 μήνες της επιδημίας . Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκονται ανθρώπινες ιστορίες, οικονομικές καταστροφές και ένα σύστημα ελέγχων που αποδείχθηκε ανεπαρκές.
Η κτηνίατρος και κτηνοτρόφος Αναστασία Σιούρτου από την Καρδίτσα είδε το κοπάδι της –σχεδόν 700 ζώα– να εξαφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες. Παρά την άμεση δήλωση των συμπτωμάτων, η διαδικασία θανάτωσης ήταν, όπως περιγράφει, βίαιη και ψυχολογικά εξουθενωτική. Η ίδια κατηγορεί την πολιτεία για καθυστερήσεις, έλλειψη προσωπικού και απουσία σχεδίου, τονίζοντας ότι η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς επάγγελμα αλλά τρόπος ζωής για χιλιάδες οικογένειες της Θεσσαλίας .
Οι ειδικοί επιβεβαιώνουν ότι η κρίση δεν ήταν αναπόφευκτη. Ο καθηγητής Γιώργος Βλόντζος από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας επισημαίνει ότι η χώρα υποτίμησε τον κίνδυνο, παρότι υπήρχαν προειδοποιήσεις από γειτονικές χώρες. Η έλλειψη κτηνιατρικών ελέγχων, η μείωση των προϋπολογισμών και η αύξηση των εισαγωγών ζώων χωρίς επαρκή επιτήρηση δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα που επέτρεψε στον ιό να εξαπλωθεί «σαν μαχαίρι στο βούτυρο» .
Την ίδια ώρα, οι παραδοσιακές μορφές κτηνοτροφίας δέχονται ισχυρό πλήγμα. Ο Γιώργος Ζιάγκας, μετακινούμενος κτηνοτρόφος πέμπτης γενιάς, αναφέρει ότι για πρώτη φορά η οικογένειά του δεν μπορεί να ανεβάσει τα κοπάδια στη Σαμαρίνα, μια πρακτική που αποτελεί κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς και έχει αναγνωριστεί από την UNESCO. Η απαγόρευση μετακίνησης, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ζωοτροφών, απειλεί την επιβίωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής .
Σοβαρές καταγγελίες αφορούν και τη διαχείριση των σφαγίων. Σε πολλές περιπτώσεις, η ταφή έγινε πρόχειρα, χωρίς απολύμανση ή επαρκές βάθος, με αποτέλεσμα ζώα και πτηνά να ξεθάβουν σφάγια, αυξάνοντας τον κίνδυνο διασποράς. Άλλες φορές, η καύση καθυστερούσε εβδομάδες, δημιουργώντας νέες εστίες μόλυνσης. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν λόγο για παραλείψεις που έθεσαν σε κίνδυνο ακόμη και τους υδροφόρους ορίζοντες .
Οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη τεράστιες. Η ζημιά για τον κλάδο υπολογίζεται σε τουλάχιστον 350 εκατ. ευρώ, ενώ η παραγωγή φέτας –προϊόν ΠΟΠ που απαιτεί γάλα από ελληνικές φυλές– απειλείται από την απώλεια τοπικών κοπαδιών. Η έλλειψη τράπεζας γενετικού υλικού εντείνει τον κίνδυνο εξαφάνισης παραδοσιακών φυλών, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ελληνική αγροδιατροφή .
Παρά τις δυσκολίες, πολλοί κτηνοτρόφοι δηλώνουν αποφασισμένοι να ξαναρχίσουν, έστω από το μηδέν. Ωστόσο, το κόστος επανεκκίνησης είναι δυσθεώρητο: για μια μεσαία μονάδα μπορεί να ξεπεράσει τα 300.000 ευρώ, ενώ η πλήρης ανάκαμψη απαιτεί χρόνια. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς βαθύ εκσυγχρονισμό, ενίσχυση των ελέγχων και στρατηγική στήριξη, η ελληνική κτηνοτροφία θα παραμείνει ευάλωτη σε νέες κρίσεις.