Από το χωράφι στο ράφι: Πού «χάνονται» τα χρήματα του καταναλωτή

Από το χωράφι στο ράφι: Πού «χάνονται» τα χρήματα του καταναλωτή
64 / 100 SEO Score

Η πραγματική διαδρομή της τιμής στα νωπά προϊόντα και γιατί ο παραγωγός μένει με το μικρότερο μερίδιο

Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας το 2026, με τους καταναλωτές να βλέπουν τις τιμές των νωπών προϊόντων να αυξάνονται σταθερά. Συχνά, η κοινή γνώμη στρέφεται προς τον αγρότη, θεωρώντας ότι η ακρίβεια ξεκινά από το χωράφι. Ωστόσο, η ανάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας δείχνει ότι ο παραγωγός λαμβάνει μόλις το 20%–25% της τελικής τιμής, ποσοστό που αποδομεί τον μύθο του «κερδοσκόπου αγρότη».

Το παράδειγμα της ντομάτας είναι χαρακτηριστικό. Ένα κιλό που φτάνει στο ράφι στα 2,20 ευρώ αποδίδει στον παραγωγό περίπου 0,45–0,50 ευρώ. Από αυτό το ποσό πρέπει να καλυφθούν τα λιπάσματα, το κόστος άρδευσης –το οποίο έχει σχεδόν διπλασιαστεί μετά την κρίση στα στενά του Ορμούζ– και τα εργατικά. Το καθαρό κέρδος του παραγωγού περιορίζεται σε λίγα λεπτά του ευρώ, ενώ η ανάγκη διατήρησης της παραγωγής σε σταθερά επίπεδα δεν του επιτρέπει να μειώσει τις ποσότητες.

Από τη στιγμή που το προϊόν φεύγει από το χωράφι, ξεκινά μια αλυσίδα κοστολόγησης που ανεβάζει σημαντικά την τελική τιμή. Στο συσκευαστήριο, η διαλογή και η συσκευασία προσθέτουν έως και το 20% της αξίας, καθώς τα υλικά και ο εξοπλισμός έχουν ακριβύνει. Η ψύξη και η αποθήκευση, ιδιαίτερα ενεργοβόρες διαδικασίες, επιβαρύνουν την τιμή κατά ακόμη 10%–15%, ενώ η «φύρα» –η ποσότητα που καταστρέφεται ή δεν φτάνει ποτέ στο ταμείο– ενσωματώνεται στο κόστος των προϊόντων που τελικά πωλούνται.

Η μεταφορά αποτελεί έναν ακόμη κρίκο που αυξάνει την τιμή. Καύσιμα, διόδια και συντήρηση στόλου ψυγείων και φορτηγών προσθέτουν έως και 15% στην τελική αξία. Όταν το προϊόν φτάσει στο σούπερ μάρκετ, το λιανεμπόριο προσθέτει το δικό του μικτό περιθώριο, που συχνά αγγίζει το 30%, προκειμένου να καλύψει λειτουργικά έξοδα, μισθοδοσία, ενέργεια και ΦΠΑ.

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν προέρχεται από τον πρωτογενή τομέα, αλλά από μια μακρά και ενεργοβόρα εφοδιαστική αλυσίδα με πολλούς ενδιάμεσους. Κάθε στάδιο προσθέτει κόστος, το οποίο τελικά μεταφέρεται στον καταναλωτή. Η συζήτηση για λύσεις στρέφεται πλέον στη μείωση των ενδιάμεσων κρίκων, στην ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων και στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών logistics που μπορούν να περιορίσουν τη φύρα και τα μεταφορικά.

Η απόσταση από το χωράφι στο ράφι παραμένει μεγάλη – και όσο δεν μικραίνει, τόσο θα πιέζονται και οι παραγωγοί και τα νοικοκυριά.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ