Μιχάλης Σάλλας: Έλεγχος τιμών και παραγωγική οικονομία
Του Μιχάλη Σάλλα
Η συζήτηση για τον έλεγχο των τιμών στην αγορά επανέρχεται συχνά σε περιόδους πληθωρισμού και οικονομικής πίεσης. Η πρόθεση του κράτους να προστατεύσει τον καταναλωτή είναι εύλογη και πολιτικά κατανοητή. Ωστόσο οι παρεμβάσεις που επιχειρούν να περιορίσουν διοικητικά το ποσοστό κέρδους ή να καθορίσουν ανώτατες τιμές, συχνά δημιουργούν παρενέργειες που πλήττουν τελικά την ίδια την παραγωγική βάση της οικονομίας. Η ελληνική εμπειρία έχει αποτελέσει στο παρελθόν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης.
Για πολλές δεκαετίες η ελληνική αγορά λειτουργούσε υπό ένα αυστηρό αγορανομικό καθεστώς ελέγχου τιμών και περιθωρίων κέρδους. Το σύστημα αυτό, που είχε τις ρίζες του στις μεταπολεμικές συνθήκες ελλείψεων και κρατικής παρέμβασης, αποτέλεσε έναν από τους πιο αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου στην Ευρώπη. Η λογική του ήταν ότι το κράτος μπορούσε να προστατεύσει τον καταναλωτή καθορίζοντας το ανώτατο επιτρεπτό περιθώριο κέρδους σε προϊόντα και υπηρεσίες. Στην πράξη όμως, το σύστημα αυτό δημιούργησε σημαντικά αντικίνητρα για την ανάπτυξη της εγχώριας μεταποίησης.
Όταν το περιθώριο κέρδους καθορίζεται διοικητικά, η επιχείρηση χάνει τη δυνατότητα να απορροφήσει διακυμάνσεις κόστους ή να επενδύσει σε παραγωγική επέκταση. Σε μια οικονομία με μικρή βιομηχανική βάση, όπως η ελληνική, το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν προϊόντα εισαγωγής που παράγονταν σε μεγαλύτερη κλίμακα και με χαμηλότερο κόστος. Έτσι αντί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή, ο αγορανομικός έλεγχος συνέβαλε στην αποδυνάμωσή της.
Σήμερα το πρόβλημα εμφανίζεται με διαφορετική μορφή αλλά με παρόμοια οικονομική λογική. Σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τιμές και να επιλέγει το φθηνότερο προϊόν σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Τα σούπερ μάρκετ λειτουργούν μέσα σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου οι τιμές καθορίζονται από τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, το κόστος ενέργειας και μεταφοράς, καθώς και από τις στρατηγικές των πολυεθνικών προμηθευτών.
Αν μια μεγάλη πολυεθνική εταιρεία αποφασίσει να αυξήσει τις τιμές των προϊόντων της, το περιθώριο αντίδρασης του λιανεμπορίου είναι περιορισμένο. Το σούπερ μάρκετ δεν μπορεί να απορροφήσει επ΄ αόριστον αυξήσεις κόστους όταν ταυτόχρονα αντιμετωπίζει αυξημένα λειτουργικά έξοδα. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, η αύξηση των μεταφορικών δαπανών και το κόστος λειτουργίας των καταστημάτων δημιουργούν μια αλυσίδα πιέσεων που δεν μπορεί να εξισορροπηθεί μόνο με διοικητικές παρεμβάσεις.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο κρατικός έλεγχος τιμών συχνά μεταφέρει την πίεση προς τον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας. Και αυτός είναι συνήθως ο εγχώριος παραγωγός. Όταν το λιανεμπόριο δεν μπορεί να αυξήσει την τιμή πώλησης ενός προϊόντος, αναγκάζεται να πιέσει την τιμή αγοράς του. Αν αυτό συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ελληνικές επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν με υψηλότερο κόστος παραγωγής κινδυνεύουν να χάσουν τη βιωσιμότητά τους. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η περαιτέρω υποχώρηση της εγχώριας παραγωγής και η μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα.
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μόνο το επίπεδο των τιμών αλλά κυρίως το περιορισμένο εύρος της παραγωγικής της βάσης. Η χώρα παρουσιάζει διαχρονικά σημαντικό εμπορικό έλλειμμα ακριβώς επειδή η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση της αγοράς. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από εισαγωγές τόσο πιο ευάλωτη γίνεται η οικονομία σε διεθνείς αυξήσεις τιμών.
Για τον λόγο αυτόν η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγή και όχι μόνο μηχανισμούς διοικητικού ελέγχου. Ένα πρώτο μέτρο θα μπορούσε να είναι η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά. Η μείωση της έμμεσης φορολογίας έχει άμεσο αποτέλεσμα στις τελικές τιμές και δεν διαταράσσει τη λειτουργία της αγοράς. Παράλληλα θα μπορούσε να εξεταστεί η επιδότηση του ενεργειακού κόστους για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε κλάδους που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας.
Εξίσου σημαντική είναι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ή η προσωρινή ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης για κάθε εργαζόμενο θα μπορούσε να ενισχύσει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και να στηρίξει την απασχόληση. Παρόμοια επίδραση θα είχε και ο μηδενισμός της προκαταβολής φόρου για μια μεταβατική περίοδο, ιδίως για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αυξημένη αβεβαιότητα.
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο συζητημένη διάσταση του προβλήματος που αφορά την ίδια τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες σημαντικό ποσοστό τροφίμων καταλήγει στα απορρίμματα επειδή αγοράζεται χωρίς επαρκή προγραμματισμό. Η προσεκτικότερη οργάνωση των αγορών και η αποφυγή σπατάλης μπορούν να μειώσουν σημαντικά το πραγματικό κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών χωρίς να απαιτούνται διοικητικές παρεμβάσεις στην αγορά.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι οικονομίες που στηρίζονται κυρίως σε ελέγχους τιμών δεν καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν μακροπρόθεσμα τις πληθωριστικές πιέσεις. Αντίθετα οι χώρες που επενδύουν στην παραγωγή, στην ανταγωνιστικότητα και στη μείωση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων δημιουργούν πιο ανθεκτικά οικονομικά συστήματα. Η πραγματική απάντηση στην ακρίβεια δεν βρίσκεται στον περιορισμό των τιμών αλλά στην ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η εγχώρια παραγωγή τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η δυνατότητα της αγοράς να διαμορφώνει χαμηλότερες και πιο σταθερές τιμές.