Ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει ως αποδοτέα ωφέλεια την εξοικονόμηση δαπάνης σε υπόθεση καρτέλ γάλακτος

Ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει ως αποδοτέα ωφέλεια την εξοικονόμηση δαπάνης σε υπόθεση καρτέλ γάλακτος
58 / 100 SEO Score

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναγνωρίζει ως αποδοτέα ωφέλεια την εξοικονόμηση δαπάνης σε υπόθεση καρτέλ γάλακτος

Σημαντική απόφαση για το δίκαιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού και τη λειτουργία της αγοράς εξέδωσε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνοντας ότι η εξοικονόμηση δαπάνης που προκύπτει από παράνομη νόθευση του ανταγωνισμού αποτελεί αποδοτέα ωφέλεια. Η απόφαση αφορά υπόθεση εταιρειών εμπορίας γάλακτος που συμμετείχαν σε καρτέλ με στόχο τη διατήρηση των τιμών αγοράς σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια από το Α3 Πολιτικό Τμήμα, καθώς κρίθηκε ότι το ζήτημα έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Το δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί αν η εξοικονόμηση δαπάνης που πέτυχε μια εταιρεία αγοράζοντας γάλα σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που θα ίσχυε υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού μπορεί να θεωρηθεί ωφέλεια κατά την έννοια του άρθρου 938 του Αστικού Κώδικα και να αποδοθεί στον ζημιωθέντα παραγωγό, ακόμη και μετά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της Ολομέλειας, οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού εφαρμόζονται όταν από μια αδικοπραξία δεν προκύπτει μόνο ζημία για τον παθόντα, αλλά και ωφέλεια για τον δράστη. Η ωφέλεια αυτή μπορεί να συνίσταται είτε σε αύξηση της περιουσίας είτε σε αποφυγή δαπάνης που θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν είχε τελεστεί η αδικοπραξία. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο σκοπός του άρθρου 938 είναι να αποτρέψει την παραμονή οποιασδήποτε ωφέλειας στον αδικοπραγήσαντα εις βάρος του ζημιωθέντος, ακόμη και όταν η αξίωση αποζημίωσης έχει παραγραφεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα γαλακτοπαραγωγός εταιρεία είχε συνάψει διαδοχικές συμβάσεις πώλησης με εταιρεία εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων. Το τίμημα καθοριζόταν από την αγοράστρια εταιρεία, υποτίθεται κατά δίκαιη κρίση και σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς. Ωστόσο, όπως υποστήριξε η ενάγουσα, η αγοράστρια συμμετείχε σε καρτέλ που στόχευε στη νόθευση του ανταγωνισμού, στον τεχνητό καθορισμό χαμηλών τιμών και στη διανομή γεωγραφικών περιοχών μεταξύ των εταιρειών του κλάδου. Ως αποτέλεσμα, το τίμημα που κατέβαλε ήταν σημαντικά χαμηλότερο από το εύλογο.

Η ενάγουσα ζήτησε τη διαφορά μεταξύ του εύλογου τιμήματος και του ποσού που πράγματι έλαβε, επικαλούμενη αδικοπραξία και, επικουρικά, αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το πρωτοδικείο απέρριψε την κύρια βάση λόγω παραγραφής, αλλά έκανε δεκτή την επικουρική. Το εφετείο, αντιθέτως, απέρριψε και την επικουρική βάση, κρίνοντας ότι η εξοικονόμηση δαπάνης δεν συνιστά αποδοτέα ωφέλεια.

Η Ολομέλεια ανέτρεψε την κρίση αυτή. Με την απόφασή της έκρινε ότι η εξοικονόμηση του επιπλέον ποσού που θα κατέβαλε η αγοράστρια εταιρεία υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού αποτελεί ωφέλεια που εμπίπτει στο άρθρο 938. Η ωφέλεια αυτή, όπως τόνισε το δικαστήριο, δεν απαιτεί να έχει περιέλθει συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο στον αδικοπραγήσαντα, αλλά αρκεί η αποφυγή δαπάνης που θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν υπήρχε η παράνομη συμπεριφορά.

Με την κρίση αυτή, το ανώτατο δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε καρτέλ δεν μπορούν να διατηρούν οικονομικά οφέλη που προέκυψαν από τη νόθευση του ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οι σχετικές αξιώσεις αποζημίωσης έχουν παραγραφεί. Η απόφαση ενισχύει την προστασία των παραγωγών και συμβάλλει στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

ΠΗΓΗ