Scope Ratings: Ευάλωτη η Ελλάδα απέναντι σε μια νέα αύξηση του κόστους ενέργειας
Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο για παρατεταμένες ανατιμήσεις σε πετρέλαιο και LNG, με την Ελλάδα και την Κύπρο να κατατάσσονται στη ζώνη υψηλού κινδύνου.
Η Ευρώπη μπορεί να αντέξει μια βραχυπρόθεσμη αύξηση των τιμών ενέργειας, όμως οι ευπάθειες διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα, σύμφωνα με ανάλυση του γερμανικού οίκου αξιολόγησης Scope. Η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και ο βαθμός εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα καθορίζουν ποιοι θα δεχθούν το μεγαλύτερο πλήγμα σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης. Η Ελλάδα και η Κύπρος συγκαταλέγονται στις πιο εκτεθειμένες οικονομίες, μαζί με κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως η Πολωνία και η Βουλγαρία.
Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της ΕΕ, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γερμανία εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα κινδύνου λόγω του ενεργειακού τους μείγματος, ενώ η Γαλλία είναι λιγότερο ευάλωτη χάρη στον εκτεταμένο πυρηνικό της στόλο. Ωστόσο, ο δημοσιονομικός χώρος για την αντιμετώπιση ενός νέου ενεργειακού σοκ διαφέρει σημαντικά, όπως αποτυπώνεται και στις αξιολογήσεις κρατικού χρέους.
Η Scope υπογραμμίζει ότι μια παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή θα είχε σημαντικές παγκόσμιες επιπτώσεις. Παρότι το Ιράν εξάγει μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πετρελαίου, πάνω από το 30% των θαλάσσιων προμηθειών διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων των εξαγωγών από Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιράκ και Κουβέιτ. Επιπλέον, περίπου το 20% του παγκόσμιου LNG προέρχεται από το Κατάρ και τα ΗΑΕ. Οποιαδήποτε διαταραχή στις υποδομές ή στις θαλάσσιες οδούς θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό σοκ προσφοράς.
Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές πετρελαίου και LNG. Παρά τη βελτίωση της διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας μετά το 2022, τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται μόλις στο 30% της χωρητικότητας, χαμηλότερα από το 38% της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Αν και η ζήτηση μειώνεται με το τέλος του χειμώνα, οι τιμές παραμένουν ευαίσθητες σε γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, διατηρήσιμες υψηλές τιμές φυσικού αερίου γύρω στα 50 €/MWh και πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι θα μπορούσαν να αυξήσουν τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά 1,25 ποσοστιαίες μονάδες και να μειώσουν την ανάπτυξη κατά περίπου 0,75 μονάδες. Παρότι το σενάριο αυτό είναι ηπιότερο από το σοκ του 2022, η Scope προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις θα είναι αισθητές, ιδίως σε χώρες με υψηλή ενεργειακή ένταση και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Η ενεργειακή ένταση της Ευρώπης έχει μειωθεί κατά 25% από το 2022, γεγονός που περιορίζει τον αντίκτυπο μελλοντικών κρίσεων. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει στην ομάδα των χωρών που θα δεχθούν τις μεγαλύτερες πιέσεις, λόγω της υψηλής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και της ευαισθησίας της οικονομίας σε εξωτερικά σοκ.