Οι πολίτες “στέγνωσαν”: Καμπανάκι από τη βύθιση των φορολογικών εσόδων…
Η πρώτη αρνητική μεταβολή στα φορολογικά έσοδα μετά από χρόνια συνεχούς ανόδου καταγράφηκε τον Ιανουάριο, σηματοδοτώντας ένα ανησυχητικό «καμπανάκι» για την πορεία των δημοσίων εισπράξεων. Η μείωση κατά 324 εκατ. ευρώ, δηλαδή 5,3% κάτω από τον στόχο, έρχεται σε μια περίοδο που η οικονομία υποτίθεται ότι ενισχύεται από τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που καθιστά την εξέλιξη ακόμη πιο προβληματική. Το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι αν πρόκειται για συγκυριακή κάμψη ή για ένδειξη ότι τα περιθώρια αύξησης των εσόδων έχουν εξαντληθεί.
Η υστέρηση εντοπίζεται κυρίως στους φόρους από ΦΠΑ και Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, οι οποίοι άφησαν συνολικά «τρύπα» 203 εκατ. ευρώ. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις, τα μπλόκα σε τελωνεία και οδικούς άξονες, αλλά και η υποχώρηση του τζίρου μικρών επιχειρήσεων φαίνεται να συνέβαλαν στη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Παρά ταύτα, η εικόνα θα ήταν ακόμη χειρότερη χωρίς την εντυπωσιακή ενίσχυση του χειμερινού τουρισμού, που με άνοδο 49% στις αφίξεις και 33% στις εισπράξεις τον Δεκέμβριο, συγκράτησε μέρος της πτώσης μέσω των αποδόσεων ΦΠΑ.
Τα οριστικά στοιχεία του προϋπολογισμού δείχνουν ότι τα καθαρά φορολογικά έσοδα ανήλθαν σε 5,812 δισ. ευρώ, αφαιρουμένων των 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Η υστέρηση στους φόρους ενέργειας και κατανάλωσης επιβεβαιώνει ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει εύθραυστη, ενώ τα έσοδα από ακίνητη περιουσία υποχώρησαν επίσης κατά 8 εκατ. ευρώ. Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να στηρίξει νέα μέτρα ενίσχυσης χωρίς να διακινδυνεύσει τους δημοσιονομικούς στόχους.
Παρά τη μείωση των εσόδων, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 αναμένεται να κινηθεί πάνω από το 3,7% του ΑΕΠ, αφήνοντας μεν περιθώρια για ένα περιορισμένο πακέτο στήριξης, αλλά όχι για γενναίες παρεμβάσεις. Το πραγματικό «κλειδί» βρίσκεται στις διαβουλεύσεις του Μαρτίου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπου θα κριθεί αν οι υπερεισπράξεις προηγούμενων ετών μπορούν να χαρακτηριστούν μόνιμες. Αν αυτό συμβεί, θα δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για στοχευμένες παρεμβάσεις.
Σε διαφορετική περίπτωση, η κυβέρνηση θα χρειαστεί να κινηθεί με μεγάλη προσοχή, καθώς η επιβράδυνση των εσόδων υποδηλώνει ότι η φορολογική βάση έχει φτάσει στα όριά της. Η συζήτηση για νέα μέτρα στήριξης μετατίθεται πιθανότατα για τη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο, με εφαρμογή από το 2027, υπό την προϋπόθεση ότι οι Βρυξέλλες θα δώσουν το απαραίτητο «πράσινο φως». Μέχρι τότε, η πορεία των εσόδων θα αποτελεί κρίσιμο δείκτη για το αν η οικονομία αντέχει ή αν η πραγματικότητα διαψεύδει την κυβερνητική αισιοδοξία.