Επιστροφή φόρων που πληρώθηκαν άδικα: Πότε το κράτος υποχρεούται να πληρώσει και τόκους
Νέα «ασπίδα» για φορολογούμενους: Τι αλλάζει με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου
Μια ιδιαίτερα κρίσιμη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αναδιαμορφώνει το πλαίσιο με το οποίο οι φορολογούμενοι μπορούν να διεκδικούν τόκους από το Δημόσιο όταν δικαιώνονται δικαστικά. Η απόφαση Α 2001/2025 έρχεται να καλύψει ένα χρόνιο κενό, καθώς μέχρι σήμερα τα επιστρεφόμενα ποσά από ακυρωθέντες φόρους ή πρόστιμα δίνονταν χωρίς καμία αποζημίωση για τη στέρηση του κεφαλαίου.
Η υπόθεση αφορούσε ανώνυμη εταιρεία που ζήτησε τόκους για πρόστιμα τα οποία κρίθηκαν αχρεώστητα. Το δικαστήριο, με πρόεδρο την Αγγελική Συντελή και εισηγητή τον Ανδρέα Σταυρόπουλο, δικαίωσε εν μέρει την επιχείρηση, αλλά ταυτόχρονα έθεσε σαφείς κανόνες που επηρεάζουν χιλιάδες φορολογούμενους.
Κεντρικό σημείο της απόφασης είναι ότι η ακύρωση ενός φόρου δεν συνεπάγεται αυτόματα και δικαίωμα τόκων για όλο το παρελθόν. Οι δικαστές ξεκαθάρισαν πως απαιτείται ρητό και ειδικό αίτημα για την τοκοφορία, από το οποίο ξεκινά να «τρέχει» μια αυστηρή πενταετής προθεσμία. Η απλή κατάθεση προσφυγής για την ακύρωση του φόρου δεν αρκεί για να διακόψει την παραγραφή των τόκων, εάν δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένο αίτημα.
Παράλληλα, το Εφετείο έθεσε όριο και στο ζήτημα του ανατοκισμού. Το αίτημα της εταιρείας για «τόκο επί του τόκου» απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι ο ανατοκισμός δεν μπορεί να επιδικαστεί μέσω προσφυγής αλλά απαιτεί την πιο σύνθετη διαδικασία της αγωγής.
Τελικά, η εταιρεία δικαιώθηκε για τόκους που αφορούν την περίοδο 2018‑2022, οι οποίοι θα υπολογιστούν με το σταθερό επιτόκιο 6% ετησίως που προβλέπεται για τις οφειλές του Δημοσίου. Η απόφαση λειτουργεί πλέον ως οδηγός για όλους όσοι επιθυμούν να διεκδικήσουν όχι μόνο την επιστροφή χρημάτων, αλλά και την πραγματική οικονομική αποκατάσταση της ζημίας τους.