Οι τράπεζες κάνουν πάρτι με υπερκέρδη 6 δισ. ευρώ
Αναβαλλόμενος φόρος αλλά και προκλητική αύξηση των εσόδων από προμήθειες 3.8 δισ. ευρώ και μερίσματα 3 δις. ευρώ με τη μερίδα του λέοντος να πηγαίνει στους ξένους μετόχους.
Εχουν πνίξει την ελληνική οικονομία αισχροκερδώντας εις βάρος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Τα επιτόκια καταθέσεων είναι καθηλωμένα σε αντίθεση με τα επιτόκια χορηγήσεων που βρίσκονται στο ζενίθ. Οσο για τις προμήθειες; Σύμφωνα με τα στοιχεία του εννεάμηνου οι μη τοκοφόρες υπηρεσίες κατέγραψαν αύξηση κατά 12,2%.
Δεν σταματούν όμως να προκαλούν. Παρότι ο αναβαλλόμενος φόρος που οφείλεται ξεπερνά στα τέλη του 2025 τα 12 δισ. ευρώ (το 2024 έκλεισε στα 18 δισ.), οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ετοιμάζονται να δώσουν μερίσματα για το 2025 κοντά στη ζώνη των 3 δισ. ευρώ, που μπορεί να φτάσουν ακόμη και στο 70% των κερδών τους. Βέβαια αυτό με τα μερίσματα κατά περίπου 90% αφορά τους ξένους επενδυτές. Θα φύγουν στο εξωτερικό και μάλιστα με μια ισχνή φορολόγηση της τάξης του 5% (είναι ο νόμος 4646/2019 που ψήφισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη και μείωσε τη φορολόγηση 10% που προέβλεπε ο 4172/2013). Ολη αυτή η αισχρή σε βάρος της κοινωνίας και της πραγματικής οικονομίας κατάσταση έχει βαπτιστεί «ευρωστία της ελληνικής οικονομίας».
Αφαίμαξη
Πρόκειται για μια καλογυαλισμένη βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η «ευημερία των αριθμών» δεν αντανακλά την ευρωστία της πραγματικής οικονομίας, αλλά την προκλητική κερδοφορία ενός συστήματος που λειτουργεί σε βάρος της κοινωνίας. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα.

Τον Νοέμβριο του 2025, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων παρέμεινε καθηλωμένο στο σχεδόν μηδενικό 0,30%. Την ίδια στιγμή το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε στο 4,65%. Αυτό το χάσμα δεν αποτελεί απλώς μια τραπεζική πρακτική, αλλά έναν μηχανισμό αφαίμαξης της ρευστότητας από την αγορά.
Τα προκλητικά υψηλά κέρδη των τραπεζών δεν είναι δείγμα υγείας αλλά απόδειξη στρέβλωσης. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, το 2025, οι συστημικές τράπεζες υπολογίζεται ότι θα εμφανίσουν κέρδη 6 δισ. ευρώ από 4,5 δισ. ευρώ το 2024. Ηδη στο πρώτο εννεάμηνο του 2025 τα κέρδη έφτασαν τα 3,8 δισ. ευρώ, ακολουθώντας τα υπέρογκα κέρδη των 4,7 δισ. ευρώ του ίδιου διαστήματος του προηγούμενου έτους. Ενώ τα καθαρά έσοδα από τόκους στο εννεάμηνο παρουσίασαν μια ελαφρά πτώση 3,8% (στα 6,467 δισ. ευρώ), τα έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες –οι προμήθειες που πληρώνει ο πολίτης για κάθε συναλλαγή– εκτινάχθηκαν κατά 12,2% φτάνοντας τα 2,279 δισ. ευρώ. Και όλα αυτά ενώ η κυβέρνηση δήθεν τις υποχρέωσε να μειώσουν τις χρεώσεις τους. Το αποτέλεσμα; Οι διανομές μερισμάτων για το 2025 αναμένεται να αγγίξουν τα 3 δισ. ευρώ.
Εδώ όμως κρύβεται το μεγάλο σκάνδαλο: το 88% αυτών των μερισμάτων των 3 δισ. ευρώ εκρέει στο εξωτερικό, στους ξένους μετόχους, αποδυναμώνοντας περαιτέρω την εγχώρια οικονομία – πιο προτεκτοράτο δεν γίνεται.
Την ίδια ώρα η φορολόγηση αυτών των μερισμάτων παραμένει στο προκλητικό 5% (με τον νόμο 4646/2019), όταν τα προηγούμενα έτη ήταν 10% (νόμος 4172/2013). Μιλάμε για μια πολιτική που φορολογεί ισχνά περί τα 3.000 άτομα με συνολικά εισοδήματα από μερίσματα ύψους 5 δισ. ευρώ, αφήνοντας το βάρος στους μισθωτούς.
Ο αναβαλλόμενος φόρος
Και το κερασάκι στην τούρτα; Ο περιβόητος αναβαλλόμενος φόρος. Το 2024 για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες ο αναβαλλόμενος φόρος ανερχόταν σε περίπου 18 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια λογιστική φούσκα που επιτρέπει στις τράπεζες να συμψηφίζουν μελλοντικούς φόρους, μειώνοντας δραματικά την τρέχουσα φορολογική τους επιβάρυνση, την ώρα που καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας. Τα εκτιμώμενα τραπεζικά κέρδη των 6 δισ. ευρώ για το 2025 δεν είναι ανάπτυξη, είναι η απόδειξη μιας βαθιάς ανισότητας που ναρκοθετεί το μέλλον της χώρας. Αυτή βέβαια η ναρκοθέτηση φέρει το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη.