Τράπεζες: Το σχέδιο για..συνέχιση στο πάρτι κερδών και επαναγορά δανείων που “χάρισαν” στα funds!
Οι τραπεζικές διοικήσεις θα εκτελέσουν τα πλάνα τους με κεντρικό στόχο την αναπλήρωση των αναπόφευκτων απωλειών στο επιτοκιακό εισόδημα από το υφιστάμενο στοκ χορηγήσεων. Η στρατηγική τους θα παρουσιαστεί τον επόμενο μήνα κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της περυσινής χρήσης, με τη δημοσίευση των προβλέψεων για την ερχόμενη τριετία (2025-2027).
Το 2024 τα καθαρά κέρδη των συστημικών ομίλων αναμένεται να διαμορφωθούν σε επίπεδα άνω των 4 δισ. ευρώ, δεδομένου ότι το εννεάμηνο έκλεισε με 3,5 δισ. ευρώ. Το τελικό τους ύψος θα εξαρτηθεί από τον βαθμό ανάληψης μελλοντικών δαπανών στο δ΄ τρίμηνο της χρονιάς, προς ελάφρυνση του αποτελέσματος των επόμενων χρήσεων.
Οπως επισημαίνουν αναλυτές, η διατήρησή του σε υψηλά επίπεδα αποτελεί συνθήκη αναγκαία για την εφαρμογή μιας γενναιόδωρης μερισματικής πολιτικής σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Μετά τη διανομή του 25% των κερδών του 2023 στους μετόχους, ο πήχης για το 2024 έχει ανέβει στο 40% κατά μέσο όρο, με προοπτική να ενισχυθεί στη ζώνη του 50% από εφέτος. Η επίτευξη αυτού του στόχου περνά μέσα από την καταγραφή κερδοφορίας γύρω από την περιοχή των 4 δισ. ευρώ για τους συστημικούς ομίλους.

Το σχέδιο
Οι βασικές πτυχές του σχεδίου των διοικήσεών τους για να έλθει αυτό το αποτέλεσμα είναι οι εξής:
1 Πιστωτική επέκταση: Το 2025 ο ρυθμός αύξησης των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αναμένεται να επιταχυνθεί, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για διατήρηση της ανάπτυξης στην περιοχή του 2,5% στην Ελλάδα. Υποστηρικτικά θα λειτουργήσει η μείωση των επιτοκίων, που θα επιτρέψει στις τράπεζες να λανσάρουν πιο ελκυστικά προγράμματα. Κινητήριος μοχλός των σχετικών εργασιών θα συνεχίσουν να είναι τα επιχειρηματικά δάνεια, η πορεία των οποίων ευνοείται από το χορηγικό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τα λοιπά αναπτυξιακά προγράμματα.
Το μεγάλο στοίχημα για τον κλάδο ωστόσο αποτελεί η επαναφορά της λιανικής τραπεζικής σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά από 15 έτη. Ο λόγος γίνεται για στεγαστικά, επαγγελματικά και καταναλωτικά δάνεια, οι πωλήσεις των οποίων παραμένουν έως και 90% χαμηλότερα από τα προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα. Οι διοικήσεις των τραπεζών ποντάρουν πολλά στην ενεργοποίηση του δεύτερου κύκλου του προγράμματος «Σπίτι Μου», που ξεκινά στα μέσα αυτού του μήνα. Μέσω της δράσης θα μπορούν να χορηγήσουν έως και 1 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, με την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και τον περαιτέρω περιορισμό της φοροδιαφυγής θα υπάρξει αύξηση του αριθμού των υποψήφιων δανειοληπτών που πληρούν τα συνήθη πιστοληπτικά κριτήρια.
2 Επιστροφή «κόκκινων» δανείων: Το 2025 εκτιμάται ότι θα ανοίξει η διαδικασία επαναφοράς στο τραπεζικό σύστημα θεραπευμένων δανείων που εξήλθαν των ισολογισμών κατά τη φάση της εξυγίανσης του κλάδου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει δώσει το πράσινο φως για την αγορά πρώην μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, κομμάτι-κομμάτι και όχι μαζικά. Συγκεκριμένα, η τράπεζα θα χρηματοδοτεί τον εκάστοτε δανειολήπτη για την αποπληρωμή του χρέους του προς το fund και με τον τρόπο αυτόν θα καθίσταται εκ νέου πελάτης της.
Είναι ένα πρώτο βήμα πριν από την εξασφάλιση της έγκρισης από τον επόπτη (SSM) για την επαναγορά πακέτων από εξυγιασμένα δάνεια.
3 Πωλήσεις επενδυτικών / ασφαλιστικών προϊόντων: Μετά την επιβολή πλαφόν από την κυβέρνηση σε συγκεκριμένες προμήθειες, οι τράπεζες εκτιμούν ότι σε ετήσια βάση θα υποστούν απώλειες εσόδων ύψους 150 εκατ. ευρώ περίπου.
Στο πλαίσιο αυτό, καλούνται να εντείνουν τις προσπάθειές τους για ενίσχυση του εισοδήματος από μη τοκοφόρες εργασίες, με επίκεντρο τις πωλήσεις επενδυτικών προϊόντων και τραπεζοασφαλιστικών προγραμμάτων.
Πρόκειται για δύο τομείς με σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης στην Ελλάδα, η οποία υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
4 Ελεγχος εξόδων: Κεντρική θέση στα επιχειρησιακά πλάνα των τραπεζών θα έχει ο έλεγχος των πάσης φύσεως εξόδων, στον βαθμό που η ανάπτυξη των εργασιών τους το επιτρέπει. Ηδη από την περυσινή χρονιά οι διοικήσεις τους έχουν δώσει σαφείς εντολές σε όλες τις διευθύνσεις για τον περιορισμό των δαπανών, όπου αυτό είναι δυνατόν.
Πτωτικά εκτιμάται ότι θα κινηθεί και το κόστος για τον πιστωτικό κίνδυνο, καθώς ο όγκος των «κόκκινων» δανείων βρίσκεται πλέον σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ το ρίσκο δημιουργίας νέων επισφαλειών σε περιβάλλον ανάπτυξης της οικονομίας και μειωμένου κόστους χρήματος θα μειωθεί περαιτέρω..