Το τοξικό παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας
Του Άγη Βερούτη
Η Ελλάδα έχει παραγωγικό μοντέλο. Φτιαγμένο να κρατά όρθιους τους παλιούς και να δυσκολεύει τους καινούργιους να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί η χώρα δεν έχει φτάσει ακόμη στο επίπεδο του 2008, ύστερα από 17 χρόνια κρίσης.
Το αποτύπωμα αυτού του μηχανισμού είναι μετρήσιμο. Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παραμένει περίπου 40% χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ το 2025 η χώρα ξέπεσε μαζί με τη Βουλγαρία στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, 32% κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Δηλαδή δουλεύουμε, ιδρώνουμε, επιχειρούμε, ρισκάρουμε, και στο τέλος το εισόδημά μας αγοράζει λιγότερα.
Ας τελειώνουμε και με το βρόμικο ψέμα ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι το πρόβλημα της Ελλάδας.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ίδια η Ελλάδα.
Το 99,9% των επιχειρήσεων στη χώρα είναι ΜμΕ. Σηκώνουν το 84,7% της απασχόλησης στον μη χρηματοπιστωτικό επιχειρηματικό τομέα. Παράγουν το 62,8% της προστιθέμενης αξίας.
Χωρίς αυτές, η ιδιωτική οικονομία μένει με τη βιτρίνα της: λογότυπα, παρουσιάσεις, μερικούς γνωστούς μεγάλους, μερικές πολυεθνικές και πολλή φλυαρία περί επενδύσεων. Η πραγματική οικονομία είναι ο μικρός που ανοίγει το πρωί, πληρώνει πρώτα όλους τους άλλους και μένει τελευταίος να δει τι απέμεινε για τον ίδιο.
Σε κάθε σοβαρό κράτος, η μικρή επιχείρηση είναι το βλαστάρι. Θέλει νερό, λίπασμα, χρόνο και χώρο. Από εκεί βγαίνει ο επόμενος εργοδότης, ο επόμενος σημαντικός ανταγωνιστής, ο επόμενος φορολογούμενος με βάθος.
Η Ελλάδα το βλαστάρι το πατάει και μετά το ποτίζει με ξύδι.
Του ρίχνει φόρους πριν βγάλει λίπος. Του φορτώνει συμμόρφωση λες και είναι πολυεθνική. Του στερεί ρευστότητα, χρόνο και σταθερότητα. Και ύστερα εμφανίζεται ο κάθε σοβαροφανής πολιτικάντης, που δεν έχει λειτουργήσει ποτέ επιχείρηση της πραγματικής οικονομίας, και απορεί γιατί η χώρα δεν βγάζει αρκετές μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.
Με τέτοια φροντίδα, η επιβίωση μιας ΜμΕ που άντεξε τα πέτρινα χρόνια της χρεοκοπίας μοιάζει με επιχειρηματικό άθλο.
Η πιο ύπουλη όψη της νοσηρότητας του συστήματος είναι η γραφειοκρατία.
Η ταλαιπωρία είναι το επιφανειακό της μέρος. Η πραγματική ζημιά βρίσκεται αλλού. Η γραφειοκρατία στην Ελλάδα λειτουργεί σαν μηχανή που τιμωρεί τη μεγέθυνση. Ο ΟΟΣΑ κατέγραψε ότι το 42% των επιχειρήσεων θεωρούσε το 2023 τη ρυθμιστική επιβάρυνση μεγάλο επενδυτικό εμπόδιο, περίπου διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτή είναι η ελληνική μεταρρύθμιση σε μία γραμμή: βελτίωση στο χαρτί, ασφυξία στο πεζοδρόμιο.
Άδειες, εγκρίσεις, διορθώσεις, νέες ερμηνείες, νέες καθυστερήσεις, νέα κόστη.
Ο μεγάλος αυτά τα απορροφά χωρίς να ιδρώσει. Έχει ανθρώπους, δικηγόρους, λογιστές, χρόνο, αποθέματα. Ο μικρός το πληρώνει από τη σάρκα του. Και επειδή το πληρώνει από τη σάρκα του, μένει μικρός.
Έτσι γράφεται η ελληνική ιστορία της επιχειρηματικής παιδοκτονίας.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο κρύβεται ακριβώς στο ενδιάμεσο στρώμα.
Οι μικρές επιχειρήσεις 10-49 εργαζομένων είχαν το 2024 πτώση 4,1% στην πραγματική προστιθέμενη αξία και 1,6% στην απασχόληση. Δηλαδή το σκαλοπάτι προς τη μεγέθυνση καταρρέει. Εκεί όπου θα έπρεπε να γεννιούνται οι επόμενοι παίκτες της αγοράς, έχουμε αραίωση. Η χώρα γεννά μικρούς, αλλά δεν αφήνει αρκετούς από αυτούς να γίνουν μεσαίοι.
Χωρίς νέους μεσαίους, δεν θα εμφανιστούν ποτέ νέοι μεγάλοι. Η αγορά δεν ανανεώνεται. Σαπίζει.
Σαν να μην έφτανε το κράτος να μοιράζει σφαλιάρες στους μικρούς, έρχεται και το τραπεζικό σύστημα για να κλείσει την πόρτα τελείως. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει χρηματοδοτικό κενό για τις ΜμΕ, υψηλότερα ποσοστά απόρριψης δανείων για τις μικρές επιχειρήσεις και ακριβότερο κόστος για τα μικρότερα δάνεια. Δηλαδή ο μικρός πληρώνει πολύ ακριβότερα το χρήμα που χρειάζεται ακριβώς για να πάψει να είναι μικρός.
Στα λόγια όλοι ζητούν περισσότερες μεσαίες επιχειρήσεις. Στην πράξη, το οξυγόνο κοστίζει περισσότερο σε αυτόν που ασφυκτιά.
Υπάρχει και το άλλο δηλητήριο με το οποίο η χώρα ποτίζει τα βλαστάρια της.
Η διαφθορά. Όχι μόνο η χοντροκομμένη, το φακελάκι και η μίζα. Η πιο τοξική μορφή της είναι η αίσθηση άνισης μεταχείρισης. Άλλος ξέρει το τηλέφωνο, άλλος ξέρει τον διάδρομο, άλλος ξέρει “πώς λειτουργεί το σύστημα”. Και αυτό είναι παραγωγικό πρόβλημα, όχι μόνο ηθικό.

Ο μικρός επιχειρηματίας που νιώθει ότι το πεδίο δράσης είναι ανηφόρα για αυτόν και κατηφόρα για τον μεγάλο, δεν επενδύει επιθετικά. Μαζεύεται. Αποφεύγει το ρίσκο. Αναβάλλει την επέκταση. Κόβει την πρόσληψη. Έτσι γεννιέται μια οικονομία χαμηλών προσδοκιών, χαμηλών μισθών και χαμηλής παραγωγικότητας.
Πάνω σε αυτή την αρχιτεκτονική της οικονομίας πατούν και τα ολιγοπώλια, που στην καθομιλουμένη λέγονται καρτέλ, γιατί ο κόσμος περιγράφει αυτό που πληρώνει και όχι αυτό που διδάσκει η νομική. Λίγοι παίκτες κρατούν το ράφι, το δίκτυο διανομής, τους όρους πίστωσης, την πρόσβαση στον πελάτη. Ο νέος ίσως και να μπαίνει, αλλά ανεβαίνει πολύ δύσκολα, οπότε συχνά δεν ξεκινάει καν.
Και ο ξένος επενδυτής συνήθως δεν ψάχνει τον καλύτερο νέο παίκτη όπως είναι το φυσιολογικό. Ψάχνει έναν από τους ήδη εγκατεστημένους, γιατί εκείνος “ξέρει το σύστημα, και μπορεί να το παρακάμψει”. Η φράση αυτή είναι η καταδίκη του τρόπου που λειτουργεί η αγορά στη χώρα μας.
Στο τέλος έρχεται η πιο καθαρή ασυμμετρία.
Στον μικρό Έλληνα επιχειρηματία το κράτος δείχνει τα δόντια του: φόροι, εισφορές, πρόστιμα, καθυστερήσεις, συμμόρφωση, ξεπάτωμα.
Στις πραγματικές πολυεθνικές θυμάται ξαφνικά την πολυπλοκότητα του διεθνούς επιχειρείν: transfer pricing, ενδοομιλικές χρεώσεις, φορολογικός σχεδιασμός, όλη η σύνθετη μηχανική που απαιτεί μέγεθος και στρατιές συμβούλων.
Ο μικρός γδέρνεται. Ο μεγάλος ελίσσεται.
Και μετά ακούμε με ύφος ευρωπαϊκής σοβαρότητας 24 καρατίων ότι όλοι λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες.
Το αποτέλεσμα όλης αυτής της νοσηρότητας είναι μπροστά μας και μας κοιτά στα μάτια.
Η παραγωγικότητα μένει χαμηλά. Η αγοραστική δύναμη μένει στον πάτο. Η οικονομία μένει στατική. Ο κόπος δεν γίνεται μέγεθος. Το μέγεθος δεν γίνεται παραγωγικότητα. Η παραγωγικότητα δεν γίνεται ευημερία. Και μετά απορούμε γιατί η Ελλάδα δουλεύει τόσο και αποδίδει τόσο λίγο.
Αυτό είναι το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο.
Μια οικονομία που στηρίζεται στους μικρούς και τους φέρεται σαν φορολογικούς κατάδικους.
Ένα κράτος που έκανε τη γραφειοκρατία μέθοδο επιλογής νικητών και ηττημένων.
Ένα τραπεζικό σύστημα που δανείζει ακριβότερα εκείνον που χρειάζεται περισσότερο το κεφάλαιο για να μεγαλώσει, ή δεν του δανείζει καθόλου.
Μια αγορά που παριστάνει ότι θέλει να έχει ανταγωνισμό αλλά δομείται γύρω από τους ήδη ισχυρούς παίκτες.
Και μια χώρα που αντιμετωπίζει το κάθε επιχειρηματικό βλαστάρι σαν δέντρο πριν προλάβει να βγάλει ρίζες, ή μάλλον σαν αγριόχορτο για ξερίζωμα.
Και μετά απορεί γιατί σε αυτό το τοξικό έδαφος δεν φυτρώνει δάσος.
Καλή Ανάσταση!