Τι αποκαλύπτει η Κομισιόν για τους μισθούς στην Ελλάδα – Η πραγματική εικόνα πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα
Οι ονομαστικές αυξήσεις δεν καλύπτουν τις απώλειες από την ακρίβεια – Εργαζόμενοι με περισσότερες ώρες, χαμηλότερες αποδοχές και περιορισμένη παραγωγικότητα
Μια νέα έκθεση της Κομισιόν ρίχνει φως στην πραγματική κατάσταση των μισθών στην Ελλάδα, αποδομώντας το κυβερνητικό αφήγημα περί «ισχυρών αυξήσεων». Όπως επισημαίνεται, οι ονομαστικοί μισθοί μπορεί να ανέβηκαν τα τελευταία χρόνια, όμως οι πραγματικές αποδοχές –δηλαδή το εισόδημα μετά τον υπολογισμό του πληθωρισμού– δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα του 2019 . Η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος στέγασης, οι λογαριασμοί ενέργειας και οι ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά έχουν απορροφήσει μεγάλο μέρος των αυξήσεων.
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 32,7% την περίοδο 2022–2025, με πραγματική αύξηση 12,2%. Ωστόσο, αυτό αφορά μόνο ένα μέρος των εργαζομένων, καθώς η πλειονότητα απασχολείται με ατομικές συμβάσεις που παραμένουν «παγωμένες» εδώ και χρόνια. Έτσι, η βελτίωση δεν αντανακλάται στο σύνολο της αγοράς εργασίας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις ώρες εργασίας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι παραμένουν από τους πιο επιβαρυμένους στην Ευρώπη, με 41 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, ενώ σε πολλές χώρες της Ε.Ε. οι υψηλότερες αμοιβές συνδυάζονται με λιγότερες ώρες απασχόλησης . Επιπλέον, πάνω από το 40% εργάζεται τα Σαββατοκύριακα και περισσότερο από το ένα τρίτο σε βραδινές βάρδιες, γεγονός που αναδεικνύει την έντονη επισφάλεια και την εξάντληση που χαρακτηρίζουν την ελληνική αγορά εργασίας.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι η μερική απασχόληση και οι προσωρινές συμβάσεις δεν αποτελούν επιλογή για τους περισσότερους εργαζόμενους, αλλά αναγκαστική λύση λόγω έλλειψης σταθερών θέσεων. Το 84% όσων εργάζονται με προσωρινές συμβάσεις δηλώνουν ότι δεν το επέλεξαν, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα αντιμετωπίζουν υλική και κοινωνική στέρηση.
Στο πεδίο της παραγωγικότητας, η εικόνα παραμένει στάσιμη. Η αύξηση κατά 0,8% το 2024 θεωρείται οριακή, ενώ το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η περιορισμένη χρήση ψηφιακών εργαλείων και η αργή υιοθέτηση καινοτομιών αποτελούν βασικούς λόγους που εμποδίζουν τη βελτίωση της παραγωγικότητας και, κατ’ επέκταση, των μισθών.
Οι Βρυξέλλες συστήνουν στοχευμένες πολιτικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ενίσχυση των δεξιοτήτων και την ανάπτυξη κλάδων υψηλής τεχνολογίας, ως προϋπόθεση για βιώσιμη αύξηση μισθών και ανταγωνιστικότητας. Η έκθεση, συνολικά, σκιαγραφεί μια αγορά εργασίας που στηρίζεται σε εντατική εργασία, χαμηλές αποδοχές και περιορισμένες προοπτικές βελτίωσης χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις.