Συντάξεις χωρίς ανταμοιβή: Πώς η πολυετής εργασία καταλήγει να «τιμωρείται»

Συντάξεις χωρίς ανταμοιβή: Πώς η πολυετής εργασία καταλήγει να «τιμωρείται»
66 / 100 SEO Score

Οι στρεβλώσεις του συστήματος μετά το 2016, η υποχώρηση της ανταποδοτικότητας και τα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αδικία

Παρά τα περισσότερα χρόνια εργασίας και τις υψηλότερες εισφορές, οι νέες συντάξεις που απονέμονται μετά το 2016 δεν προσφέρουν αναλογικά μεγαλύτερες απολαβές, επιβεβαιώνοντας την αίσθηση αδικίας που βιώνουν χιλιάδες ασφαλισμένοι . Η υπερίσχυση της εθνικής σύνταξης έναντι της ανταποδοτικής, οι μικρές διαφορές μεταξύ 25, 35 ή ακόμη και 40 ετών ασφάλισης και η ελάχιστη προσαύξηση για όσους συνεχίζουν να εργάζονται, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που αποθαρρύνει την παραμονή στην αγορά εργασίας.

Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Εργασίας Γιώργο Κουτρουμάνη, οι νέες κύριες συντάξεις είναι κατά μέσο όρο 18% χαμηλότερες από εκείνες που υπολογίζονταν με το προηγούμενο καθεστώς, γεγονός που οδήγησε στη θεσμοθέτηση της «προσωπικής διαφοράς» . Η εθνική σύνταξη έχει πλέον σταθεροποιηθεί στα 446 ευρώ για 20ετία και στα 401 ευρώ για 15ετία, ενώ η ανταποδοτική παραμένει περιορισμένη, ακόμη και για ασφαλισμένους με υψηλές αποδοχές και πολυετή εργασία.

Τα παραδείγματα που παρουσιάζονται είναι αποκαλυπτικά: εργαζόμενος με 25 έτη ασφάλισης λαμβάνει 682 ευρώ, ενώ με 35 έτη φτάνει μόλις τα 871 ευρώ — διαφορά μόλις 189 ευρώ για μια δεκαετία επιπλέον εισφορών. Αντίστοιχα, ελεύθερος επαγγελματίας που πλήρωνε υψηλές εισφορές πριν το 2016 καταλήγει σήμερα με σύνταξη 900 ευρώ, ενώ ακόμη και αν συνέχιζε να καταβάλλει διπλάσιες εισφορές μετά το 2017, η αύξηση θα ήταν μόλις 82 ευρώ .

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση μισθωτού με 40 χρόνια ασφάλισης: αν παραμείνει στην εργασία έως τα 67, η αύξηση στη σύνταξη σε σχέση με την έξοδο στα 62 είναι μόλις 40 ευρώ στην κύρια και 31 ευρώ στην επικουρική, παρά τα πέντε επιπλέον έτη εισφορών και τη φορολογική επιβάρυνση που συνεπάγεται η συνέχιση της εργασίας.

Όπως επισημαίνει ο κ. Κουτρουμάνης, η απουσία ουσιαστικών κινήτρων οδηγεί τους ελεύθερους επαγγελματίες στη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία και ενισχύει την υποασφάλιση στους μισθωτούς. Με περίπου το 50% της δαπάνης των συντάξεων να καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, η βιωσιμότητα του συστήματος δεν μπορεί να ενισχυθεί χωρίς πραγματική αναβάθμιση της ανταποδοτικότητας και σαφή σύνδεση εισφορών και παροχών .

ΠΗΓΗ