Σταθερά υψηλή η φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα

Σταθερά υψηλή η φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα
64 / 100 SEO Score

Στη 2η θέση στην Ε.Ε. το 2023 – Πώς εξελίχθηκε το φορολογικό βάρος από την κρίση έως σήμερα

Το φορολογικό βάρος που επωμίζονται οι εργαζόμενοι και τα νοικοκυριά στην Ελλάδα παραμένει δυσανάλογα υψηλό, παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΦίΜ, η χώρα κατέγραψε το 2023 τον δεύτερο υψηλότερο πραγματικό συντελεστή φορολόγησης της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από την Ιταλία. Ο συνολικός συντελεστής –που περιλαμβάνει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές– διαμορφώθηκε στο 40,5%.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η βαριά επιβάρυνση στην εργασία εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος του εισοδήματος, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη και επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παράλληλα, λειτουργεί αποτρεπτικά για την απασχόληση, καθώς μειώνει τα κίνητρα εργασίας και επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

Πώς φτάσαμε εδώ: Από το 35% στο 40,5%

Πριν από την κρίση χρέους, το 2009, ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησης της εργασίας στην Ελλάδα ήταν 35%, χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (36,9%). Η εικόνα άλλαξε ριζικά τα επόμενα χρόνια:

  • Το 2012, εν μέσω ύφεσης και δημοσιονομικής πίεσης, ο συντελεστής εκτινάχθηκε στο 39,5%, αυξημένος κατά 4,5 μονάδες σε τρία χρόνια.
  • Η αύξηση αυτή, αν και αρχικά έκτακτη, μετατράπηκε σε μόνιμο χαρακτηριστικό του φορολογικού συστήματος.
  • Το 2019, ο συντελεστής έφτασε στο 40,2%, ενώ το 2023 διαμορφώθηκε στο 40,5%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 2022, όταν ο υψηλός πληθωρισμός είχε ωθήσει πολλούς φορολογούμενους σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση εισοδήματος.

Σε σύγκριση με το 2009, η επιβάρυνση της εργασίας έχει αυξηθεί κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η Ελλάδα φορολογεί την εργασία περίπου 3,5 μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.

Η φορολόγηση της κατανάλωσης: Μια πιο ισορροπημένη εικόνα

Στον τομέα της κατανάλωσης, η Ελλάδα βρίσκεται πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με πραγματικό συντελεστή 17,8% το 2023, η χώρα κατατάσσεται περίπου στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης. Αυτό δείχνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή των προηγούμενων ετών στηρίχθηκε κυρίως στη φορολόγηση της εργασίας και λιγότερο στους έμμεσους φόρους.

Οι παρεμβάσεις μετά το 2019 και τα όριά τους

Από το 2019 και μετά, η φορολογική πολιτική κινήθηκε προς τη μείωση της επιβάρυνσης της εργασίας, με παρεμβάσεις σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Οι αλλαγές αυτές:

  • βελτίωσαν τα ονομαστικά εισοδήματα,
  • συνέβαλαν στη μείωση της ανεργίας,
  • ενισχύθηκαν από την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, που βελτίωσαν την εισπραξιμότητα.

Ωστόσο, τα οφέλη για τα νοικοκυριά ήταν περιορισμένα, καθώς η περίοδος 2020–2024 χαρακτηρίστηκε από έντονο πληθωρισμό. Η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας οδήγησε σε «δημοσιονομική διάβρωση», με εργαζομένους να μετακινούνται σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης.

Οι αλλαγές του 2026 και η επόμενη μέρα

Από τον Ιανουάριο του 2026 τέθηκαν σε ισχύ αλλαγές στη φορολογική κλίμακα, όπως η μεταφορά του ανώτατου συντελεστή 44% από τις 40.000 στις 60.000 ευρώ. Η παρέμβαση μειώνει την επιβάρυνση για μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα, αλλά δεν ανατρέπει το συνολικό πλαίσιο της υψηλής φορολόγησης της εργασίας.

Παρότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το ύψος του ανώτατου οριακού συντελεστή, το όριο εισοδήματος στο οποίο εφαρμόζεται παραμένει σχετικά χαμηλό, με αποτέλεσμα φορολογούμενοι που δεν θεωρούνται υψηλόμισθοι να εισέρχονται νωρίς στο ανώτατο κλιμάκιο.

ΠΗΓΗ