ΣΕΒ: Διάλογος στα χαρτιά – Μισθοί φτώχειας στην πράξη
Ενώ ο ΣΕΒ πανηγυρίζει για νέες συλλογικές συμβάσεις, η Ελλάδα παραμένει στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης σε χαμηλούς μισθούς και κοινωνική ανισότητα.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, μίλησε πρόσφατα για «ουσιαστικό διάλογο» και «νέο πλαίσιο συλλογικών συμβάσεων» που, όπως υποστηρίζει, θα ενισχύσει την ισότητα και θα αποτρέψει τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων. Ωστόσο, η πραγματικότητα για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική: οι μισθοί παραμένουν σε επίπεδα φτώχειας, ενώ η κοινωνική ανισότητα διευρύνεται.
Σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά χαμηλόμισθων εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 21,7% των απασχολουμένων αμείβονται με αποδοχές κάτω από τα 2/3 του διάμεσου μεικτού ωρομισθίου, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη χειρότερη θέση της ΕΕ, πίσω μόνο από Βουλγαρία, Ρουμανία και Λετονία.
Παράλληλα, η Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα 2025 αποκαλύπτει ότι 26,9% του πληθυσμού –περίπου 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι– ζουν υπό τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το μέσο ετήσιο καθαρό εισόδημα ενός Έλληνα εργαζόμενου ανέρχεται μόλις σε 11.791 ευρώ, όταν στην Ευρωζώνη ο μέσος όρος είναι 27.065 ευρώ και στο Λουξεμβούργο φτάνει τα 58.403 ευρώ. Αυτή η τεράστια απόκλιση δείχνει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια οικονομία χαμηλών αποδοχών και υψηλού κόστους ζωής.
Η αντίφαση είναι προφανής: ο ΣΕΒ μιλά για «καθολική εφαρμογή συμβάσεων» και «αύξηση αμοιβών», ενώ οι εργαζόμενοι βιώνουν καθημερινά την υποαπασχόληση, την επισφάλεια και την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών. Οι εξαγγελίες περί «διαλόγου» μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή στρατηγική παρά με πραγματική δέσμευση για βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Ακόμη και η αναφορά του ΣΕΒ ότι οι μικρές επιχειρήσεις «δεν θα χάσουν σε ανταγωνιστικότητα» αποδεικνύεται κενή, καθώς η καθολική εφαρμογή των συμβάσεων δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές αυξήσεις μισθών. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να ζουν με κατώτατους μισθούς που δεν επαρκούν για αξιοπρεπή διαβίωση, ενώ η ακρίβεια σε τρόφιμα και ενέργεια επιδεινώνει την κατάσταση.
Η εικόνα που παρουσιάζει ο ΣΕΒ για «νέο πλαίσιο» και «διάλογο» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα στοιχεία: ένας στους τέσσερις Έλληνες ζει σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ πάνω από το 20% των εργαζομένων αμείβεται με μισθούς φτώχειας. Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι πολιτικές του ΣΕΒ δεν απαντούν στις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά εξυπηρετούν κυρίως την εικόνα των μεγάλων επιχειρήσεων.
Πολλές επιχειρήσεις στην Ελλάδα δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό όχι επειδή «λείπουν» εργαζόμενοι, αλλά επειδή προσφέρουν μισθούς πείνας που δεν καλύπτουν ούτε τις βασικές ανάγκες.
Παρά τις δηλώσεις του ΣΕΒ για «μεγάλες ελλείψεις προσωπικού», η πραγματικότητα είναι ότι οι χαμηλές αποδοχές αποθαρρύνουν τους εργαζόμενους να παραμείνουν ή να ενταχθούν σε συγκεκριμένους κλάδους.
Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε φαινόμενα «ελλείψεων» εργατικού δυναμικού, καθώς οι εργαζόμενοι είτε μεταναστεύουν στο εξωτερικό για καλύτερες ευκαιρίες είτε αποφεύγουν θέσεις που δεν προσφέρουν αξιοπρεπείς αποδοχές. Η έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για τη νέα γενιά (Gen Z) καταγράφει ότι οι νέοι, παρά τα υψηλά ποσοστά μόρφωσης, ζουν σε καθεστώς χαμηλών προσδοκιών και αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα να ενισχύεται το φαινόμενο του brain drain.