Σε αυτή την οικογένεια υπάρχουν 14 δισεκατομμυριούχοι

Σε αυτή την οικογένεια υπάρχουν 14 δισεκατομμυριούχοι
64 / 100 SEO Score

Οι Cargill-MacMillan έχτισαν μια αυτοκρατορία 154 δισ. δολαρίων πίσω από τα τρόφιμα, τα σιτηρά, το κρέας, τις ζωοτροφές και τις μεταφορές.

Σ’ έναν κόσμο όπου η συντριπτική πλειοψηφία των πλουσίων κάνει φασαρία για να επιδείξει τα πλούτη της, μπορεί ακόμα να υπάρχουν «άγνωστοι» δισεκατομμυριούχοι; Προφανώς κανείς δεν είναι άγνωστος, υπάρχουν όμως κάποιοι πετυχημένοι που επιλέγουν να κινούνται μακριά από τα φώτα. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται να βλέπει κανείς το όνομά τους για να καταλάβει ότι βρίσκεται κάπου μέσα στην καθημερινότητά του. Οι Cargill-MacMillan είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια οικογένεια που, σύμφωνα με τις πρόσφατες λίστες των δισεκατομμυριούχων του Forbes, είχε 14 μέλη με περιουσία άνω του 1 δισ. δολαρίων, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη οικογένεια στον κόσμο. Και παρότι η περιουσία της προέρχεται από μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του πλανήτη, το επώνυμό τους παραμένει σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό.

Μια αποθήκη στην Αϊόβα

Η ιστορία τους αρχίζει το 1865, λίγο μετά το τέλος του αμερικανικού Εμφυλίου. Ο William Wallace Cargill, μόλις 21 ετών, αγοράζει μια μικρή ξύλινη αποθήκη σιτηρών στο Κόνοβερ της Άιοβα, δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Η επιχειρηματική ιδέα ήταν απλή: Όποιος ελέγχει την αποθήκευση του σιταριού μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο της εμπορικής διαδρομής ανάμεσα στον αγρότη και την αγορά. Ο Cargill δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ακολουθήσει την επέκταση των σιδηροδρόμων προς τα δυτικά. Έχτισε αποθήκες σιτηρών, αγόρασε εγκαταστάσεις σε Αϊόβα, Μινεσότα, Ουινσκόνσιν και Ντακότα και άρχισε να συνδέει την παραγωγή των αγροτών με τις μεγάλες πόλεις. Το 1880 η εταιρεία είχε ήδη κατασκευάσει το πρώτο της μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής άλευρων. Μέχρι το 1885 διέθετε 102 εγκαταστάσεις.

Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας γράφτηκε το 1895, όταν η κόρη του ιδρυτή, Edna, παντρεύτηκε τον John MacMillan. Εκείνος είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται στην επιχείρηση του πεθερού του. Ο γάμος ένωσε δύο οικογένειες και δημιούργησε τη δυναστεία Cargill-MacMillan, η οποία παραμένει συνδεδεμένη με την εταιρεία μέχρι σήμερα. Ο πατριάρχης William Cargill πέθανε το 1909, ωστόσο άφησε πίσω του μια επιχείρηση με σημαντικά χρέη. Ο John MacMillan ανέλαβε να τη διαχειριστεί και ουσιαστικά έβαλε τη σφραγίδα του στην επόμενη φάση της. Η εταιρεία δεν περιορίστηκε στην αποθήκευση. Προχώρησε στο εμπόριο, στη μεταφορά και στη διεθνή επέκταση. Το 1923 απέκτησε την Taylor & Bournique, μια εταιρεία εμπορίας σιτηρών, μαζί με το δίκτυο επικοινωνιών της. Το 1930 πήρε τη σημερινή εταιρική μορφή της ως Cargill Inc.

Η μεγάλη μεταμόρφωση

H τεράστια αλλαγή ήρθε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1945 η Cargill απέκτησε τη Nutrena Mills και μπήκε δυναμικά στις ζωοτροφές. Την ίδια περίοδο επεκτάθηκε στην επεξεργασία σόγιας και φυτικών ελαίων. Πλέον άρχιζε να αποκτά δραστηριότητες σε διαφορετικά σημεία της ίδιας αλυσίδας. Αυτό το μοντέλο θα γινόταν το επιχειρηματικό DNA της Cargill. Στη δεκαετία του 1960 μπήκε στην παραγωγή και επεξεργασία κοτόπουλων και ψαριών και στην εξόρυξη αλατιού, ενώ παράλληλα επεκτεινόταν σε Ευρώπη, Ασία και Λατινική Αμερική. Στις επόμενες δεκαετίες ήρθαν το κακάο, ο καφές, τα φοινικέλαια, τα λιπάσματα, τα μέταλλα, το κρέας και μια σειρά από δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την παραγωγή τροφίμων.

Η οικογένεια είχε, παράλληλα, κάνει μια επιλογή που εξηγεί μεγάλο μέρος της σημερινής της δύναμης: η Cargill παρέμεινε ιδιωτική. Δεν μπήκε στο χρηματιστήριο και δεν χρειάστηκε να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν οι εισηγμένες εταιρείες, με την πίεση των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων και των μετόχων της αγοράς.

Ενας εφοδιαστικός και χρηματοοικονομικός γίγαντας

Σήμερα η Cargill είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εταιρεία τροφίμων. Δραστηριοποιείται στην προμήθεια, εμπορία, αποθήκευση, επεξεργασία και διανομή σιταριού, καλαμποκιού, ελαιούχων σπόρων, κριθαριού και βαμβακιού. Παράγει κρέας και πουλερικά, συστατικά τροφίμων, έλαια, άμυλα, γλυκαντικές ύλες, κακάο και αλάτι. Διαθέτει δραστηριότητες στις ζωοτροφές και στην υγεία των ζώων, ενώ παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης κινδύνου και χρηματοοικονομικές λύσεις που συνδέονται με τις αγορές εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, η Cargill δεν χρειάζεται να πουλήσει στον καταναλωτή ένα προϊόν με το όνομά της για να κερδίσει χρήματα από αυτό. Μπορεί να βρίσκεται νωρίτερα στην αλυσίδα. Να αγοράζει την πρώτη ύλη, να την αποθηκεύει, να τη μεταφέρει, να την επεξεργάζεται και να πουλά το αποτέλεσμα σε μια άλλη επιχείρηση που τελικά θα το μετατρέψει σε προϊόν με ένα brand που γνωρίζει ο καταναλωτής.

Αυτό είναι και το παράδοξο της οικογένειας. Η εταιρεία τους σήμερα απασχολεί περισσότερους από 155.000 ανθρώπους, λειτουργεί σε 70 χώρες, εξυπηρετεί 125 αγορές και διαθέτει περίπου 1.000 εγκαταστάσεις. Το οικονομικό της μέγεθος έφτασε τα 154 δισ. δολάρια σε έσοδα το οικονομικό έτος 2025. Κι όμως, το όνομα Cargill δεν βρίσκεται πάνω στις περισσότερες συσκευασίες που περνούν από το σούπερ μάρκετ. Η ίδια η εταιρεία περιγράφει τη δραστηριότητά της ως μια αλυσίδα που ξεκινά από τους αγρότες και φτάνει στους καταναλωτές: Διαπραγμάτευση της τιμής με τον παραγωγό, μεταφορά, επεξεργασία, παραγωγή συστατικών, κρέας, ζωοτροφές και βιομηχανικά προϊόντα. Στην Ελλάδα, μάλιστα, δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων σε ζωοτροφές, συστατικά τροφίμων και ποτών, σιτηρά, ελαιούχους σπόρους και συστατικά ζωοτροφών.

Και πίσω από αυτή την τεράστια ιδιωτική εταιρεία βρίσκεται ακόμη η οικογενειακή περιουσία. Οι απόγονοι έχουν διατηρήσει περίπου το 88% της εταιρείας, σύμφωνα με τις επί χρόνια εκτιμήσεις που έχουν δημοσιευθεί για τη μετοχική της σύνθεση. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε μια από τις πιο ασυνήθιστες αμερικανικές δυναστείες. Εννοείται ότι η πρώτη προτεραιότητα των απογόνων είναι να εργαστούν στην οικογενειακή επιχείρηση, δεδομένου ότι κάθε νέο μέλος της ευρύτερης οικογένειας είναι πια κι ένας δυνητικός δισεκατομμυριούχος.

ΠΗΓΗ