Ρεκόρ αδιαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις: 27 δισ. ευρώ σε απευθείας αναθέσεις μέσα σε έξι χρόνια
Ο απολογισμός της εξαετίας της ΝΔ αποκαλύπτει μια πρωτοφανή έκταση αδιαφάνειας στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Περίπου το 35% των συμβάσεων του Δημοσίου – πάνω από 27 δισ. ευρώ – έχει ανατεθεί χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό, μέσω απευθείας αναθέσεων και παραλλαγών τους, σε ένα δίκτυο «εκλεκτών» που εκτείνεται από μικρούς τοπικούς προμηθευτές έως μεγάλους ομίλους με προνομιακή πρόσβαση. Πρόκειται για ένα σύστημα που λειτουργεί παράλληλα με τις επίσημες διαδικασίες, υπονομεύοντας τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Παρά την ύπαρξη της «Διαύγειας», η οποία προσφέρει μια εικόνα τυπικής νομιμότητας, η ουσία παραμένει κρυμμένη: οι αναρτήσεις δεν αποκαλύπτουν τους όρους, τις συνθήκες και τις πραγματικές διαδρομές του δημόσιου χρήματος. Είτε πρόκειται για εθνικούς πόρους είτε για ευρωπαϊκά κονδύλια, η διαχείριση γίνεται μέσα από ένα πλέγμα διαδικασιών που επιτρέπουν την παράκαμψη του ανταγωνισμού και τη διοχέτευση έργων και προμηθειών σε συγκεκριμένους αποδέκτες.
Τα στοιχεία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων είναι αποκαλυπτικά. Από τις περίπου 202.000 συμβάσεις που υπογράφηκαν το 2025 μέχρι τον Οκτώβριο, οι 163.000 – δηλαδή το 80% – έγιναν μέσω απευθείας αναθέσεων ή παρεμφερών διαδικασιών. Σε βάθος εξαετίας, από τα 77 δισ. ευρώ συμβάσεων που υπέγραψαν οι δημόσιοι φορείς, τα 50 δισ. πέρασαν από τυπικά ανοιχτές διαδικασίες, οι οποίες όμως συχνά λειτουργούν σε περιβάλλον ολιγοπωλιακού ελέγχου. Στους οδικούς άξονες κυριαρχούν τρεις μεγάλοι όμιλοι, στις ενεργειακές υποδομές λίγοι κρατικοδίαιτοι παίκτες, ενώ στον ψηφιακό τομέα η αγορά συγκεντρώνεται γύρω από έναν κυρίαρχο πάροχο και τους δορυφόρους του.
Το υπόλοιπο 35% – πάνω από 27 δισ. ευρώ – διακινήθηκε ανεξέλεγκτα. Από το 2020 έως το τέλος του 2025, σε σύνολο 1,3 εκατομμυρίων συμβάσεων, πάνω από 1 εκατομμύριο ήταν απευθείας αναθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 3.000 φορείς του Δημοσίου είχαν στη διάθεσή τους κατά μέσο όρο 9 εκατ. ευρώ ο καθένας για να τα κατευθύνουν σε φίλους, συνεργάτες και πολιτικά προσκείμενους. Η πανδημία, με τις έκτακτες νομοθετικές παρεκκλίσεις, επιτάχυνε ακόμη περισσότερο αυτή την πρακτική.
Η συσσώρευση πόρων σε ένα δίκτυο «ημετέρων» δημιουργεί μια νέα μορφή πελατειακού κράτους, όπου μικρά και μεγάλα συμφέροντα συνυπάρχουν σε μια πυραμίδα εξυπηρετήσεων. Από συμβάσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων για υποδομές που θα παραχωρηθούν σε ιδιώτες για δεκαετίες, μέχρι μικροαναθέσεις λίγων χιλιάδων ευρώ για σχολικά κυλικεία, το σύστημα λειτουργεί με τον ίδιο αλγόριθμο: ελάχιστος έλεγχος, μέγιστη ευχέρεια.
Ωστόσο, η ανοχή των ευρωπαϊκών θεσμών δεν είναι δεδομένη. Όπως έχει συμβεί στο παρελθόν με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το σιδηροδρομικό δίκτυο, τίποτα δεν αποκλείει μια βαθιά έρευνα στο χάος των ελληνικών δημόσιων συμβάσεων, ειδικά σε ό,τι αφορά ευρωπαϊκούς πόρους. Με τις επερχόμενες ελεγκτικές αποστολές ευρωπαϊκών οργάνων, η πίεση για διαφάνεια και λογοδοσία αναμένεται να ενταθεί.
Σε μια περίοδο που η χώρα διαχειρίζεται τεράστια χρηματοδοτικά εργαλεία, η έκταση της αδιαφάνειας δεν αποτελεί απλώς θεσμικό πρόβλημα, αλλά απειλή για την αξιοπιστία και τη δημοσιονομική σταθερότητα της Ελλάδας.