PwC Ελλάδας: Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί εργαζομένους δύο ταχυτήτων – Ποιοι μένουν πίσω

PwC Ελλάδας: Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί εργαζομένους δύο ταχυτήτων – Ποιοι μένουν πίσω
67 / 100 SEO Score

Το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα ανήκει στην ομάδα με περιορισμένα οφέλη από την AI, έναντι 56% διεθνώς. Τι αποκαλύπτει η έρευνα της PwC για τις δεξιότητες, τις αποδοχές, την εργασιακή ικανοποίηση και τις άνισες ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει σταδιακά την αγορά εργασίας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για ορισμένους εργαζομένους, αλλά και τον κίνδυνο διεύρυνσης των επαγγελματικών ανισοτήτων. Αυτό προκύπτει από την έρευνα «Hopes and Fears 2026» της PwC Ελλάδας, στην οποία συμμετείχαν 801 εργαζόμενοι. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, ενώ οι Έλληνες εργαζόμενοι εμφανίζονται ικανοποιημένοι από την εργασία τους και πρόθυμοι να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης παραμένει άνιση. Η ελληνική έρευνα εντάσσεται στη διεθνή μελέτη της PwC, η οποία συγκέντρωσε τις απόψεις 49.364 εργαζομένων σε 48 χώρες και γεωγραφικές περιοχές.

Σε ό,τι αφορά την εργασιακή ικανοποίηση, το 64% των συμμετεχόντων στην Ελλάδα δηλώνει ικανοποιημένο από τη δουλειά του, ενώ το 73% αισθάνεται υπερήφανο για την εργασία του και το 66% είναι πρόθυμο να προσφέρει περισσότερα από όσα απαιτούνται. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη προς τη διοίκηση εμφανίζεται περιορισμένη. Μόλις το 46% εμπιστεύεται τον άμεσο προϊστάμενό του και το 39% την ανώτατη διοίκηση, με τα ποσοστά να υποχωρούν κατά πέντε και δύο ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.

Καθοριστική παράμετρος για την καθημερινότητα των εργαζομένων παραμένει το κόστος ζωής, το οποίο επηρεάζει το 72% των ερωτηθέντων. Οι αποδοχές αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα, ωστόσο μόλις το 47% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια για την εργασία του. Παρά τις οικονομικές πιέσεις, μόνο το 33% δηλώνει πιθανό να ζητήσει αύξηση μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από το 41% που καταγράφεται διεθνώς. Την ίδια στιγμή, οι αλλαγές στον εργασιακό χώρο είναι εκτεταμένες: το 46% αναφέρει ότι βίωσε σημαντικές μεταβολές στην εργασία του τον τελευταίο χρόνο, το 38% χρειάστηκε να εφαρμόσει νέες δεξιότητες και το 39% να μάθει νέα εργαλεία και τεχνολογίες. Για το 35% άλλαξαν οι αρμοδιότητες, ενώ το 39% αναφέρει αυξημένο φόρτο εργασίας.

Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα διαφοροποίησης των επαγγελματικών προοπτικών. Οι εργαζόμενοι που χρησιμοποιούν καθημερινά την AI εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι για τον αντίκτυπό της στο μέλλον τους, με το 48% να εκτιμά θετικά τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, έναντι μόλις 26% μεταξύ όσων τη χρησιμοποιούν περιστασιακά. Παράλληλα, το 70% των καθημερινών χρηστών δηλώνει σίγουρο ότι μπορεί να αποκτήσει νέες δεξιότητες, έναντι 46% των περιστασιακών χρηστών. Στο σύνολο των εργαζομένων, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 58%. Ωστόσο, μόνο το 41% δηλώνει ότι έχει πρόσβαση στους απαραίτητους πόρους εκπαίδευσης και επαγγελματικής ανάπτυξης, ποσοστό κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των εργαζομένων σε τέσσερις ομάδες, ανάλογα με τις δεξιότητές τους και τα οφέλη που αποκομίζουν από την τεχνητή νοημοσύνη. Η μεγαλύτερη ομάδα, που χαρακτηρίζεται «Engine Room» και αποτελεί τον βασικό κορμό του ανθρώπινου δυναμικού, αντιπροσωπεύει το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 56% παγκοσμίως. Πρόκειται για εργαζομένους με περισσότερο διαδεδομένες δεξιότητες, οι οποίοι αποκομίζουν περιορισμένα επαγγελματικά οφέλη από την AI. Οι «AI Insurgents», δηλαδή οι ανερχόμενοι πρωτοπόροι της τεχνητής νοημοσύνης, αντιστοιχούν στο 13% και αξιοποιούν την τεχνολογία για να αποκτήσουν επαγγελματικό πλεονέκτημα. Οι «Indispensables», στο 11%, διαθέτουν δυσεύρετη τεχνογνωσία, χωρίς όμως να απολαμβάνουν ακόμη σημαντικά οφέλη από την AI.

Στην κορυφή βρίσκονται οι «Front-runners», οι εργαζόμενοι που συνδυάζουν εξειδικευμένες δεξιότητες με σημαντικά οφέλη από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Στην Ελλάδα αποτελούν μόλις το 7% του ανθρώπινου δυναμικού, έναντι 14% διεθνώς, αναδεικνύοντας την απόσταση που χωρίζει τη χώρα από τις αγορές όπου η αξιοποίηση της AI έχει προχωρήσει περισσότερο. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά μόνο την εξοικείωση με νέα εργαλεία, αλλά και την πρόσβαση σε κατάρτιση, καινοτόμες εφαρμογές και δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης. Παράλληλα, τα κίνητρα που προσφέρουν οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να εστιάζουν κυρίως στην αποφυγή λαθών και στην τήρηση των διαδικασιών: το 37% αναφέρει ως βασική προτεραιότητα τον περιορισμό του κινδύνου και το 32% τη συμμόρφωση με τους κανόνες. Μόλις το 6% δηλώνει ότι επιβραβεύεται για την αποτελεσματική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Κυριάκος Ανδρέου, Partner, Senior Advisor, Strategy & Markets στην PwC, επισημαίνει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι προσαρμόζονται γρήγορα στις τεχνολογικές αλλαγές και πιστεύουν στην ικανότητά τους να αποκτούν νέες δεξιότητες, συχνά ταχύτερα από τους οργανισμούς στους οποίους απασχολούνται. Ωστόσο, η περιορισμένη πρόσβαση σε ευκαιρίες κατάρτισης και ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την άνιση κατανομή των οφελών της AI, αυξάνει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός ανθρώπινου δυναμικού δύο ταχυτήτων. Από την πλευρά του, ο Κωνσταντίνος Τάκος, Partner, Consulting, Workforce Transformation στην PwC, υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις χρειάζεται να προσαρμόσουν τις ευκαιρίες ανάπτυξης στις απαιτήσεις κάθε επαγγελματικού ρόλου, συνδέοντας την εκπαίδευση με την ουσιαστική αξιοποίηση της τεχνολογίας.

Η έρευνα αναδεικνύει, παράλληλα, την ανάγκη οι επιχειρήσεις να επενδύσουν σε προγράμματα κατάρτισης προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη και τη συμμετοχή τους στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η πρόσβαση σε σύγχρονα εργαλεία, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η σύνδεση της αποτελεσματικής χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης με σαφή κριτήρια επαγγελματικής εξέλιξης και ανταμοιβής αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ευρύτερη διάχυση των οφελών της. Το ζητούμενο για τις επιχειρήσεις είναι η τεχνολογική αλλαγή να συνοδεύεται από αντίστοιχη προσαρμογή του εργασιακού περιβάλλοντος, ώστε περισσότεροι εργαζόμενοι να μπορούν να αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες.

ΠΗΓΗ