Ψηφιακό ευρώ: Η κόντρα ΕΚΤ και τραπεζών για τις καταθέσεις…
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υποστηρίζει ότι το νέο ψηφιακό νόμισμα δεν απειλεί τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος, επικαλούμενη ειδικό stress test σε 2.025 τράπεζες. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία προειδοποιεί για πιθανή εκροή καταθέσεων έως 739 δισ. ευρώ, με το όριο κατοχής του ψηφιακού ευρώ να αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας.
Η διαφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των εμπορικών τραπεζών της Ευρωζώνης για το ψηφιακό ευρώ περνά σε νέα φάση, καθώς πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων για την εισαγωγή του νέου μέσου πληρωμών. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο φόβος ότι οι πολίτες θα μεταφέρουν μέρος των χρημάτων τους από τους λογαριασμούς των εμπορικών τραπεζών σε ψηφιακά ευρώ που θα εκδίδονται από την κεντρική τράπεζα, περιορίζοντας τις καταθέσεις που χρηματοδοτούν τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.
Για την ΕΚΤ, το ψηφιακό ευρώ αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας στις πληρωμές και τη μείωση της εξάρτησης από ξένα συστήματα. Για τις εμπορικές τράπεζες, ωστόσο, η εξέλιξη δημιουργεί ανησυχίες για τη χρηματοδότησή τους, καθώς οι καταθέσεις αποτελούν βασική πηγή ρευστότητας για τη χορήγηση δανείων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τι έδειξε το stress test της ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρουσίασε τα αποτελέσματα ειδικής προσομοίωσης, η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκειμένου να εξεταστούν οι επιπτώσεις του ψηφιακού ευρώ στη ρευστότητα των τραπεζών. Η ανάλυση κάλυψε 2.025 τραπεζικά ιδρύματα και εξέτασε διαφορετικά υποθετικά όρια κατοχής ψηφιακού χρήματος, από 500 έως 3.000 ευρώ ανά χρήστη.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσίασε ο Πιέρο Τσιπολόνε, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, οι επιπτώσεις στη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος εκτιμώνται ως περιορισμένες και διαχειρίσιμες. Ακόμη και σε ένα ακραίο σενάριο κατά το οποίο οι καταθέτες θα αναζητούσαν μεγαλύτερη ασφάλεια μεταφέροντας χρήματα στην κεντρική τράπεζα, οι συνολικοί δείκτες ρευστότητας θα παρέμεναν πάνω από τα προβλεπόμενα όρια ασφαλείας.
Ειδικότερα, εάν το ανώτατο όριο κατοχής ψηφιακού ευρώ οριστεί στα 3.000 ευρώ, ο συνολικός δείκτης κάλυψης ρευστότητας των τραπεζών θα υποχωρούσε από το 166% στο 163%, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης θα μειωνόταν από το 128% στο 127%, εφόσον δεν συνυπολογιστούν οι θετικές επιπτώσεις της ψηφιοποίησης. Στο δυσμενέστερο σενάριο, μόλις 13 τράπεζες θα έφταναν τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας στο 100%. Τα συγκεκριμένα ιδρύματα αντιστοιχούν μόλις στο 0,3% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα.
Η ΕΚΤ εκτιμά, παράλληλα, ότι η ευρύτερη μετάβαση από τα μετρητά στις ηλεκτρονικές πληρωμές θα μπορούσε να ενισχύσει τις τραπεζικές καταθέσεις κατά 127 δισ. ευρώ έως το 2034. Σύμφωνα με την ανάλυση, η πιθανή αυτή εισροή θα υπερέβαινε τις εκτιμώμενες εκροές προς το ψηφιακό ευρώ, ακόμη και με όριο κατοχής τα 3.000 ευρώ.
Γιατί οι τράπεζες φοβούνται απώλειες 739 δισ. ευρώ
Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει μελέτη της Copenhagen Economics, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2023 από την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία (EBF). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκροή καταθέσεων έως και 739 δισ. ευρώ από το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης, εφόσον το όριο κατοχής οριστεί στα 3.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 10% της συνολικής καταθετικής βάσης των νοικοκυριών και στο 3% των συνολικών υποχρεώσεων των τραπεζών. Ακόμη και με χαμηλότερο όριο κατοχής, στα 500 ευρώ, η πιθανή απώλεια καταθέσεων υπολογίζεται σε 139 δισ. ευρώ. Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι οι μικρότερες τράπεζες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερη πίεση, καθώς οι εκροές ενδέχεται να αντιστοιχούν στο 7% των συνολικών υποχρεώσεών τους.
Ένας από τους βασικούς φόβους του τραπεζικού κλάδου αφορά το ενδεχόμενο μαζικής μεταφοράς χρημάτων σε περιόδους χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Επειδή το ψηφιακό ευρώ θα αποτελεί υποχρέωση της κεντρικής τράπεζας, οι καταθέτες ενδέχεται να το θεωρούν ασφαλέστερη επιλογή από τις καταθέσεις σε εμπορικά ιδρύματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η μεταφορά χρημάτων θα μπορούσε να επιταχυνθεί, εντείνοντας την πίεση στη ρευστότητα των τραπεζών.
Παράλληλα, η ανάγκη αναπλήρωσης των καταθέσεων που θα αποχωρούσαν από το σύστημα θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης. Η μελέτη της EBF εκτιμά ότι, σε ένα σενάριο ευρείας χρήσης του ψηφιακού ευρώ, οι τράπεζες θα μπορούσαν να χρειαστεί να αντικαταστήσουν τη χαμένη ρευστότητα με χρηματοδότηση κατά 300 μονάδες βάσης ακριβότερη. Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 7% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη και κατά 13% στις μικρότερες τράπεζες.
Το όριο κατοχής και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής
Το ύψος του ποσού που θα μπορεί να διατηρεί κάθε πολίτης σε ψηφιακά ευρώ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα των διαπραγματεύσεων. Ένα χαμηλό όριο θα περιόριζε τη δυνατότητα μεταφοράς μεγάλων ποσών από τις εμπορικές τράπεζες, ενώ ένα υψηλότερο όριο θα προσέφερε μεγαλύτερη ευελιξία στους χρήστες, αλλά θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες για την καταθετική βάση.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του ψηφιακού ευρώ είναι ότι θα προορίζεται κυρίως για συναλλαγές και όχι για αποταμίευση ή επενδύσεις. Σε αντίθεση με τις τραπεζικές καταθέσεις, δεν θα αποδίδει τόκο. Η συγκεκριμένη επιλογή αποσκοπεί στον περιορισμό των κινήτρων για τη μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών από τις εμπορικές τράπεζες προς το νέο ψηφιακό μέσο.
Μετά την παρουσίαση του stress test, η ΕΚΤ εκτιμά ότι μπορούν να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το κανονιστικό πλαίσιο του ψηφιακού ευρώ. Στόχος είναι να πραγματοποιηθεί πιλοτική λειτουργία μέσα στο 2027, με την πλήρη κυκλοφορία του νέου μέσου πληρωμών να προγραμματίζεται πριν από το τέλος της δεκαετίας.