Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα
78 / 100 SEO Score

Δεν νοείται προϋπολογισμός που δεν συμπεριλαμβάνει ανάλυση των χρηματοδοτικών υπολοίπων και των τεσσάρων βασικών τομέων της χώρας – δηλαδή του κράτους, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και του εξωτερικού. Οι τέσσερις αυτοί τομείς, όπου στο εξωτερικό ισοζύγιο θέτουμε αντίθετο πρόσημο, έχουν πάντοτε σύνολο μηδέν – οπότε, για να ληφθούν σωστές αποφάσεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε τα υπόλοιπα τους. Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε ότι, το κράτος έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα, θα πρέπει πάντοτε να αναρωτιόμαστε εις βάρος ποιου άλλου τομέα – δηλαδή των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων ή του εξωτερικού; Στην Ελλάδα που έχει συνεχώς ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, δεν επιβαρύνεται ποτέ το εξωτερικό, αλλά οι εγχώριοι τομείς – οι οποίοι επιβαρύνονται επιπλέον από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το εξωτερικό μας χρέος, πρόσφατα στα 582,88 δις όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, χωρίς η κυβέρνηση να του δίνει παραδόξως καμία σημασία (video).

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Από την πρώτη ημέρα στη Βουλή, αναφερόμαστε και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε κάθε φορά, σε τέσσερα βασικά θέματα:

(α) Στην άμεση ανάγκη αλλαγής του αποτυχημένου οικονομικού, τουριστικού, καθώς επίσης φορολογικού μας μοντέλου – όπου εμείς προτείνουμε το σύστημα εσόδων/εξόδων με οριζόντιο συντελεστή 15%, έχοντας ήδη εκπονήσει μελέτη με τα αποτελέσματα του.

(β) Στην εκπόνηση ενός σωστού Ισολογισμού του κράτους.

(γ) Στην εφαρμογή του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος στο δημόσιο – το οποίο, με βάση την πρόσφατη έκθεση του ΕΣ για τον Απολογισμό του 2024, καθυστερεί από το 2014, με συνεχείς αναβολές.

(δ) Στην επίσης άμεση ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Δεν θα επεκταθούμε στην ανάλυση τους και στις προτάσεις μας, αφού το έχουμε ήδη κάνει στο παρελθόν πολλές φορές – τονίζοντας όμως ξανά πως πρέπει να καταργηθούν όλα τα τεκμήρια, η προκαταβολή φόρου και η τοκογλυφική προσαύξηση του 15%, στις καθυστερήσεις πληρωμών του δημοσίου.

Θα συμπληρώσουμε μόνο ότι, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά τα τελευταία 18 χρόνια – από άνω του 78% του μέσου όρου της ΕΕ το 2005, σε περίπου 56% το 2023.

Συμπαρέσυρε δε εύλογα τους μέσους μισθούς των εργαζομένων προς τα κάτω – με αποτέλεσμα να έχουμε καταλήξει τελευταίοι των τελευταίων σε αγοραστική δύναμη, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Αντίθετα με εμάς, η Ευρωζώνη διατήρησε σταθερά υψηλότερες επιδόσεις, περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες επάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ – όλα αυτά σύμφωνα με στοιχεία του ΕΣ, στην έκθεση Απολογισμού του 2024.

Ο σημερινός προϋπολογισμός τώρα, εκτός του ότι δεν επιλύει τίποτα από τα παραπάνω, είναι εντελώς αναξιόπιστος, όπως άλλωστε και ο προηγούμενος – μεταξύ άλλων με κριτήριο τις δεκάδες, τραγικές για την κυβέρνηση παρατηρήσεις του ΕΣ στον απολογισμό του 2024, ο οποίος κατατέθηκε πρόσφατα.

Για παράδειγμα, το ΕΣ γράφει πως οι ειδικοί λογαριασμοί γεμίζουν και αδειάζουν ανεξέλεγκτα, με δεκάδες δις – ενώ, παρά τις νομοθετικές ρυθμίσεις από το 1995 περί κατάργησης ή εξορθολογισμού τους, τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος και λειτουργούν εκτός προϋπολογισμού.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, οι κινήσεις τους δεν παρακολουθούνται αναλυτικά – οπότε επικρατεί αδιαφάνεια και αναξιοπιστία.

Αναφέρεται επίσης σε μη αξιόπιστες προβλέψεις του προϋπολογισμού, όπως σε εισπράξεις από τόκους swap ύψους 2,66 δις έναντι μηδενικών προβλέψεων, σε μεγάλες αποκλίσεις, σε υπερβάσεις και υστερήσεις πληρωμών και σε πάρα πολλά άλλα – κάτι που σημαίνει πως η κυβέρνηση έχει θράσος να απαιτεί την κοστολόγηση των προγραμμάτων των άλλων κομμάτων, όταν η ίδια μοιράζει υποσχέσεις που στην πράξη δεν τηρούνται ποτέ εξ ολοκλήρου.

Με ένα δεύτερο παράδειγμα, το ΕΣ γράφει πως τα έργα που εντάχθηκαν έως το 2024 στο Ταμείο Ανθεκτικότητας, ανέρχονται σε 840, με συνολικό προϋπολογισμό 25,28 δις – ενώ εμπλέκουν το σύνολο σχεδόν των υπουργείων.

Εν τούτοις, παρά τις πληρωμές ύψους 8,64 δις από την έναρξη του προγράμματος, η συνολική απορρόφηση ανέρχεται μόλις στο 34,17%, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπουργείων – ενώ μόνο 48 έργα του Ταμείου Ανασυγκρότησης, από τα συνολικά 840, εντάχθηκαν το 2024.

Με ένα τρίτο παράδειγμα, επιβεβαιώνει αυτό που εμείς τονίζουμε με συνεχείς παρατηρήσεις μας – το ότι δηλαδή στο χρέος της κεντρικής διοίκησης δεν συμπεριλαμβάνονται τα 13,86 δις των αναβαλλόμενων τόκων των δανείων του EFSF.

Στη σελίδα βέβαια 202 του σημερινού προϋπολογισμού που δεν έχει εξετάσει το ΕΣ αναφέρεται ότι, οι αναβαλλόμενοι τόκοι είναι 15,52 δις το 2025 και 17,33 δις το 2026 – χωρίς όμως να προστίθενται στο χρέος της κεντρικής διοίκησης που ασφαλώς δεν ήταν 403,86 δις το 2024, αλλά 422,64 δις, όπως άλλωστε μας το επιβεβαίωσε ο κ. Πετραλιάς λέγοντας μας περιληπτικά τα εξής στην Ολομέλεια:

«Προσθέτονται στο χρέος του ΟΔΔΗΧ οι αναβαλλόμενοι τόκοι 13,9 δις, οι υποχρεώσεις ΣΔΙΤ 1,8 δις, το πρόγραμμα Φιλόδημος 1,4 δις, η συμμετοχή στο ΔΝΤ 0,8 δις και τα νομίσματα σε κυκλοφορία 0,9 δις».

Παραδόξως όμως, στο πρόσφατο δελτίο δημοσίου χρέους 119, το χρέος της κεντρικής διοίκησης εμφανίζεται ξανά με μόλις 402,2 δις – δηλαδή, χωρίς αυτά που μας επιβεβαίωσε ο κ. Πετραλιάς. Γιατί αλήθεια; Ποιος είναι ο λόγος της απόκρυψης τους;

Είναι θετική πάντως η αύξηση των SDR στα 2,75 δις από 1,14 δις προηγουμένως – αφού υπολογίζονται στα διαθέσιμα ενώ το επιτόκιο τους, στα 2,78% πρόσφατα, είναι ικανοποιητικό.

Η πρώτη πρόταση τώρα στην απάντηση που πήραμε από τον ΟΔΔΗΧ και θα καταθέσουμε στα πρακτικά, ήταν πως οι αναβαλλόμενοι τόκοι δεν έχουν συμπεριληφθεί στο χρέος Κεντρικής Διοίκησης – επειδή δεν γνωρίζουμε τις ετήσιες δόσεις αποπληρωμής τους.

Δηλαδή μας λέει ότι, εάν το Κράτος χρωστάει, αλλά δεν ξέρει πότε θα τα πληρώσει, απλά δεν το καταγράφει – αν είναι δυνατόν!

Στη δεύτερη πρόταση, αναγράφεται πως οι τόκοι έχουν συμπεριληφθεί ως «στατιστικές προσαρμογές», στη στήλη με την επικεφαλίδα «Κράτος (51311.1)» – με απόφαση της Eurostat.

Με απλά λόγια, η δεύτερη πρόταση αναιρεί την πρώτη – αφού λέει ότι, οι αναβαλλόμενοι τόκοι επιβαρύνουν ισόποσα το χρέος Κεντρικής και Γενικής Κυβέρνησης, όπως είχαμε πει από την αρχή.

Ότι λοιπόν το Κράτος είναι υποχρεωμένο να συμπεριλάβει τους παγωμένους τόκους – είτε γνωρίζει πότε θα τους πληρώσει, είτε όχι.

Συνεχίζοντας, αν και μας ενοχλούν τόσο η αναξιοπιστία, όσο και η αδιαφάνεια, αυτό που δεν υπάρχει πουθενά στον προϋπολογισμό είναι ο ιδιωτικός τομέας – σαν να έχουμε παραμείνει στον οικονομικό μεσαίωνα.

Ποια είναι η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών; Πόσα χρωστούν στην εφορία, στον ΕΦΚΑ, στις τράπεζες, στα funds και όπου αλλού; Τι ποσοστό των ετησίων εισοδημάτων τους; Ποιο ποσοστό του ΑΕΠ;

Στη σελίδα 31 δε, υπάρχει μεν αναφορά στις καταθέσεις, αλλά όχι στις αποταμιεύσεις – οι οποίες είναι οι πιο ενδιαφέρουσες μακροοικονομικά.

Εμείς έχουμε ένα γράφημα που λέει ότι, η ακαθάριστη αποταμίευση ως προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ήταν -7,2% το 2025, έναντι +14,5% του διάμεσου της ΕΕ. Ισχύει;

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα

Εάν τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και χωρίς αποταμιεύσεις, πώς υποστηρίζει ο προϋπολογισμός ότι, θα υπάρξει άνοδος της κατανάλωσης; Δεν υπάρχει φόβος μίας νέας κρίσης χρέους και τραπεζών, με κέντρο βάρους τον ιδιωτικό τομέα;

Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι καθαροί αποταμιευτές, όπως στη Γερμανία, ή οφειλέτες; Οι επενδύσεις τους είναι υψηλότερες από τις αποταμιεύσεις ή όχι; Είναι υπερχρεωμένες ή μη;

Δεν θα πρέπει να τα γνωρίζουμε όλα αυτά, για να προβούμε σε σοβαρές προβλέψεις; Διαφορετικά δεν θα είναι λανθασμένες, όπως σωστά έχει διαπιστώσει το ΕΣ;

Σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται προϋπολογισμός που δεν συμπεριλαμβάνει ανάλυση των χρηματοδοτικών υπολοίπων και των τεσσάρων βασικών τομέων της χώρας – δηλαδή του κράτους, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και του εξωτερικού, καταθέτοντας μία από τις πολλές αναλύσεις μας για το θέμα στα πρακτικά.

Οι τέσσερις αυτοί τομείς, όπου στο εξωτερικό ισοζύγιο θέτουμε αντίθετο πρόσημο, έχουν πάντοτε σύνολο μηδέν – οπότε, για να ληφθούν σωστές αποφάσεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε τα υπόλοιπα τους.

Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε ότι, το κράτος έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα, θα πρέπει πάντοτε να αναρωτιόμαστε εις βάρος ποιου άλλου τομέα – δηλαδή των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων ή του εξωτερικού;

Στην Ελλάδα που έχει συνεχώς ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, δεν επιβαρύνεται ποτέ το εξωτερικό, αλλά οι εγχώριοι τομείς – οι οποίοι επιβαρύνονται επιπλέον από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το εξωτερικό μας χρέος, πρόσφατα στα 582,88 δις όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, χωρίς η κυβέρνηση να του δίνει παραδόξως καμία σημασία.

Σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνουμε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και πλεόνασμα ταυτόχρονα του προϋπολογισμού, όπως στην Ελλάδα το 2024, σημαίνει ότι πληρώνει και τα δύο ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας.

Δηλαδή, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά – στην Ελλάδα κυρίως τα νοικοκυριά, μετά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο τέλος οι μεγάλες.

Οι πολυεθνικές σπάνια, λόγω τριγωνικών συναλλαγών, μεταφοράς των κερδών τους σε φορολογικούς παραδείσους κλπ. – ενώ οι τράπεζες δεν πληρώνουν καθόλου, εξαιτίας του αναβαλλόμενου των 20 δις, ούτε βέβαια τα funds που πλειστηριάζουν τα σπίτια των Ελλήνων, μεταφέροντας τα κέρδη τους στους φορολογικούς παραδείσους που έχουν την έδρα τους.

Αντίθετα στην ευημερούσα Δανία, για παράδειγμα, και οι τρεις εγχώριοι τομείς είναι πλεονασματικοί – οπότε πληρώνονται από το εξωτερικό, με το οποίο έχει σταθερά πλεονάσματα, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Ως εκ τούτου, όταν η Δανία μειώνει το δημόσιο χρέος της ή/και το εξωτερικό χρέος, δεν επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις, ούτε τα νοικοκυριά της – οπότε μειώνεται βιώσιμα χωρίς τη ληστεία του ιδιωτικού τομέα, κάτι που δεν ισχύει στην Ελλάδα.

Δυστυχώς δεν υπάρχει χρόνος για περαιτέρω ανάλυση, προσθέτοντας μόνο πως στην περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ που η Ελλάδα είχε δημοσιονομικό πλεόνασμα, ήταν επίσης εις βάρος του ιδιωτικού τομέα – αν και πολύ λιγότερο, σε σχέση με την περίοδο της ΝΔ από το 2022 έως το 2024, με το εξωτερικό έλλειμμα το 2022 υψηλότερο από ότι το 2010, καταθέτοντας πίνακα στα πρακτικά.

Η μεγάλη διαφορά βέβαια με το 2010 είναι ότι τότε, τα τουριστικά μας έσοδα ήταν μόλις 10,4 δις, ενώ σήμερα τα διπλάσια – γεγονός που σημαίνει ότι, οι παραγωγικοί τομείς της οικονομίας μας έχουν αποψιλωθεί σε μεγάλο βαθμό έκτοτε.

Φαίνεται άλλωστε από το ότι, η ιδιωτική κατανάλωση είναι στο 70,2% του ΑΕΠ μας έναντι 52,4% της Ευρωζώνης, οι καθαρές εξαγωγές στο -7,3% έναντι +3,6% της Ευρωζώνης και οι επενδύσεις στο 16,8% έναντι 22,9% της Ευρωζώνης – με στοιχεία του 2023 του ΕΣ.

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα

Εξαιρετικά αρνητικό είναι εδώ το ότι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μας επιδεινώθηκε στα -16,94 δις το 2024 από -15,1 δις που υπολογιζόταν πριν την αναθεώρηση της ΕΛΣΤΑΤ ή στο -7,2% του ΑΕΠ από -6,4%, όπως φαίνεται από τη σελίδα 33 του προϋπολογισμού και από τη μελέτη της Eurobank που θα καταθέσουμε στα πρακτικά – ενώ το εμπορικό μας ισοζύγιο στα -35,66 δις ή στο 15% του ΑΕΠ, από – 34,6 δις πριν.

Συνεχίζοντας με μερικές ερωτήσεις, όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας στην σελίδα 37, αναφέρεται αύξηση της κατά 1,5% το 2026 – από μόλις 0,5% το 2025. Πώς συγκρίνεται όμως με τις άλλες χώρες της ΕΕ; Έχετε κάποιον πίνακα της Eurostat;

Στη σελίδα 23, αναγράφεται πως το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα είναι ίσο με το 2010. Προφανώς όμως δεν υπολογίζεται ο πληθωρισμός έκτοτε – άρα πρόκειται για προπαγάνδα.

Στη σελίδα 36 τονίζεται ότι, το επενδυτικό κενό μειώνεται, χωρίς όμως να υπάρχει αναφορά στο συσσωρευμένο που συνεχίζει να αυξάνεται – κάτι που θεωρούμε απαράδεκτο.

Στη σελίδα 110, υπάρχει υπέρβαση των επιδοτήσεων σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2025 κατά 57 εκ. στα 138 εκ. – λόγω της Hellenic Train και των ΕΛΤΑ. Πόσα ήταν για κάθε μία εταιρία;

Μήπως για τα ΕΛΤΑ ήταν τα καθυστερούμενα; Εάν ναι, για πόσα και ποια έτη;

Στην 118 τώρα για το 2026, αναφέρονται επιδοτήσεις για τη Hellenic Train και τα ΕΛΤΑ 80 εκ. – οπότε θα θέλαμε να μας αναλυθεί πόσα για κάθε μία και γιατί.

Τέλος, σε σχέση με το Υπερταμείο, θα θέλαμε να ρωτήσουμε εάν τηρείται η συμφωνία του 50/50 για τις αποκρατικοποιήσεις. Εάν δηλαδή το 50% πηγαίνει για επενδύσεις και πόσα χρήματα πήγαν έως σήμερα.

Επίσης, πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε εάν τα χρήματα των αποκρατικοποιήσεων πηγαίνουν πράγματι στο χρέος – εάν υπάρχει δηλαδή ένας χωριστός λογαριασμός, για τις συγκεκριμένες κινήσεις.

Συνεχίζοντας στον προϋπολογισμό, οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ το 2026 είναι 2,4% από 2,2% το 2025 – όταν προβλεπόταν 2,3%, αλλά προφανώς δεν είχε υπολογισθεί η αναθεώρηση προς το χειρότερο της ΕΛΣΤΑΤ, όπως συμβαίνει ανέκαθεν επί ΝΔ.

Η βελτίωση αυτή είναι ελάχιστη για μία χώρα που έχει καταρρεύσει το ΑΕΠ της, ενώ έχει τροφοδοτήσει την οικονομία της με 50 δις δανεικά, συν το Ταμείο Ανασυγκρότησης και τα ΕΣΠΑ – μας περνούν δε πολλές άλλες χώρες, όπως φαίνεται από τον πίνακα στη σελίδα 24.

Το ΑΕΠ προβλέπεται να ανέλθει στα 260 δις το 2026, από 248,6 δις το 2025 και 236,7 το 2024 – ονομαστικά βέβαια, με τον πληθωρισμό δηλαδή, αφού ο αποπληθωριστής προβλέπεται στο 2,1% από 2,8%.

Ξεπέρασε δε την πρόβλεψη του 2,2% – ενώ ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στο 2,2% από 2,6% πέρυσι που επίσης δεν επιβεβαιώθηκε η πρόβλεψη του 2,1%. Παντού αστοχίες.

Εάν πάντως διακοπεί η χρήση του φθηνού ρωσικού αερίου που αποτελεί ακόμη το μεγαλύτερο ποσοστό της κατανάλωσης μας και αντικατασταθεί από το πανάκριβο LNG, θα υπάρξει ξανά αστοχία στην πρόβλεψη – ενώ ασφαλώς θα πρέπει να στηριχθεί η βιομηχανία μας, όπως ζητάει ο ΣΕΒ.

Σχετικά τώρα με την πρόβλεψη ανόδου του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου κατά 10,2% το 2026, είμαστε για μια ακόμη φορά επιφυλακτικοί – αφού υπήρξε τεράστια αστοχία σε όλα τα προηγούμενα χρόνια, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Όσον αφορά το εμπορικό μας έλλειμμα, διαμορφώθηκε στα 24 δις στο ενιάμηνο, με μία μικρή μείωση 3,3% σε σχέση με πέρυσι – ενώ παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, μειώνοντας εκτός των άλλων ισόποσα το ΑΕΠ μας. Εξαιρουμένων βέβαια των πετρελαιοειδών και πλοίων, το έλλειμμα αυξήθηκε στα 20,8 δις – από 20,2 δις.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών φαίνεται μεν μειωμένο κατά 2,2 δις στα 7 δις το εννεάμηνο του 2025, αλλά είναι μάλλον νωρίς για να προβλέψουμε την τελική του διαμόρφωση.

Για την ανεργία, θα αναφερθούμε ξανά στη διαφορά του τρόπου υπολογισμού από τις ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ, στο ότι εργάζονται πια δύο με το μισθό του ενός κλπ. – ενώ το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό παραμένει στο 53,3% έναντι 75,8% της Ευρωζώνης, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Λόγω της αυτοματοποίησης βέβαια θα χαθούν πολλές θέσεις εργασίας, ενώ θα ασκείται πίεση και από το δημογραφικό – οπότε το θέμα μας πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όπως άλλωστε και για την αναγκαία άνοδο του μέσου μισθού.

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα

Πόσο μάλλον όταν η Ελλάδα, όσον αφορά το μέσο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, είναι πια στην προτελευταία θέση της ΕΕ – με βάση μία πρόσφατη έρευνα της AMECO και εκτιμήσεις της Eurostat που θα καταθέσουμε στα πρακτικά.

Συνεχίζοντας με το πρωτογενές πλεόνασμα, προβλέπεται στο 2,8% του ΑΕΠ ή στα 7,2 δις το 2026, από 3,7% και 9,1 δις το 2025, όταν προβλεπόταν στα 5,9 δις – υποεκτιμάται όμως σκόπιμα και είναι εξ ολοκλήρου εις βάρος της κοινωνίας, όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως.

Οφείλουμε πάντως να σημειώσουμε ότι, σε επίπεδο τελικής χρηματοοικονομικής επίδοσης, το κράτος έχει έλλειμα σύμφωνα με τον Απολογισμό του 2024 που ανήλθε στα -1,2 δις το 2024 από -9,4 δις το 2023 – αν και το ΕΣ σημειώνει ότι, το καθαρό έλλειμμα της περιόδου 2024 είναι υπερεκτιμημένο κατά 796 εκ., λόγω μη ορθής καταχώρησης εσόδων, εξόδων και αποτιμήσεων χρηματοοικονομικών στοιχείων.

Συνεχίζοντας με τα έσοδα από φόρους, το 2026 προϋπολογίζονται στα 73,6 δις από 71,1 το 2025 – όπου υπήρξε υπεραπόδοση περί τα 1,9 δις από τα αρχικά αναμενόμενα 69,2 δις. Τα έσοδα δε από φόρους μετά από επιστροφές, εκτιμώνται σε 65,5 δις το 2026 από 63,1 δις το 2025.

Υπεραπόδοση υπήρξε το 2024 και το 2023, κάτι που είναι μεν καλό για τους δανειστές, αλλά όχι για την οικονομία – σημειώνοντας πως το 2019 που ανέλαβε η ΝΔ, τα έσοδα από φόρους ήταν στα 51 δις ή 20 δις χαμηλότερα από το 2025.

Η Ελλάδα δε, έχει την 3η μεγαλύτερη αύξηση φόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά το 2010 στον ΟΟΣΑ – ενώ πλέον υπερβαίνει το μέσον όρο με 39,8% έναντι 33,9% του ΟΟΣΑ.

Τα έσοδα από φόρους προέρχονται κυρίως από τον πληθωριστικό φόρο – όπου ενώ το πραγματικό μας ΑΕΠ αυξήθηκε από 184,5 δις το 2019 στα 200,3 δις το 2024, δηλαδή κατά 9%, το πληθωριστικό εκτοξεύθηκε στα 236,7 δις ή κατά 28%.

Ο δε ΦΠΑ, από 17,6 δις το 2019 στα 27,6 δις το 2025 ή κατά 56% και στα 29,2 δις το 2026 ή κατά 66% – ενώ μόλις τα 952 εκ. από τα 10 δις αύξηση του 2025 προέρχονται από τα μέτρα και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, όπως αναγράφεται στη σελίδα 106.

Στους φόρους φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, προβλέπονται σχετικά μικρές αλλαγές – χωρίς να αγγίζονται το ενεργειακό καρτέλ που κερδίζει τεράστια ποσά, οι τράπεζες που δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, τα funds που αισχροκερδούν κλπ.

Σύμφωνα πάντως με την Έκθεση Φορολογικών Δαπανών του 2026, έχουν δοθεί συνολικά σε Νομικά Πρόσωπα φοροελαφρύνσεις 5,8 δις – ενώ οι μεγαλύτερες σε εταιρίες του Ν. 4172/2013, όπου περιλαμβάνονται η ΤτΕ, οι Κεφαλαιουχικές Εταιρίες του Δημοσίου, το ΤΑΙΠΕΔ κλπ.

Οι φοροελαφρύνσεις σε ιδιώτες ήταν 4,9 δις – από τα οποία τα 3,9 δις € αφορούν το αφορολόγητο, σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση.

Παραμένει δε σχετικά σταθερός ο δήθεν προσωρινός ΕΝΦΙΑ, στα 2,32 δις από 2,41 δις το 2025 – ενώ είναι πραγματικά εμπαιγμός να μην καταργείται άμεσα για τους μικρούς οικισμούς κάτω των 1.700 κατοίκων αλλά σταδιακά, όπως γενικά για απομακρυσμένες περιοχές.

Οι δαπάνες τώρα της Κεντρικής Κυβέρνησης, προβλέπεται να αυξηθούν στα 86,7 δις από 81,4 δις το 2025 – ενώ οι μισθοί των ΔΥ θα ανέλθουν στα 15,5 δις το 2026 από 15,3 δις το 2025, μην καλύπτοντας καν τον πληθωρισμό.

Από την άλλη πλευρά, οι συντάξεις στους ΟΚΑ θα ανέλθουν στα 35,6 δις το 2026 από 34,3 δις το 2024 – οπότε πρόκειται για μία αύξηση 3,7% που δεν καλύπτει τις απώλειες από τον πληθωρισμό.

Συνεχίζοντας με τα εξοπλιστικά που αποτελούν σημαντικό θέμα εθνικής ασφαλείας, προϋπολογίζονται στα 3,2 δις το 2026 από 2,4 δις το 2025, ως φυσικές παραλαβές – ενώ οι ταμειακές πληρωμές στα 2,3 δις από 1,7 δις αντίστοιχα.

Υπάρχει πάντως μια σημαντική αύξηση στις δαπάνες του ΥΠ.ΕΘ.Α – στα συνολικά 7 δις το 2026, από 6,1 δις το 2025.

Θα πρέπει βέβαια να γίνει πλήρης χρήση του προγράμματος SAFE και του δημοσιονομικού χώρου του ReArmEU – ενώ δεν φαίνεται να δίνεται έμφαση στην Αμυντική μας Βιομηχανία γενικότερα, αν μη τι άλλο για αναπτυξιακούς λόγους

Συνεχίζοντας με το ΠΔΕ που πλέον παρουσιάζεται ένα υποτμήμα του ως Αναπτυξιακό ΠΔΕ, κάτι που εμείς θεωρούμε εμπαιγμό, προβλέπονται 16,7 δις – μία σημαντική αύξηση, όπου όμως το πρόβλημα είναι σε ποιους και πώς διατίθεται.

Από τα ποσά του 2026, τα 6,2 δις είναι για τα συγχρηματοδοτούμενα ΕΣΠΑ – ενώ από το ΤΑΑ 7,1 δις και για το ανεξάρτητο Εθνικό Σκέλος 3,3 δις.

Είναι απαράδεκτο βέβαια το ότι μόλις εφέτος, 2 χρόνια μετά τις πλημμύρες, δημοπρατήθηκαν τα έργα για την επιδιόρθωση του σιδηρόδρομου στην Θεσσαλία – επίσης για τα οδικά.

Σχετικά με το ταμείο ανασυγκρότησης, οι επιχορηγήσεις του είναι 7,1 δις και τα δάνεια 5,4 δις – από τα οποία θα δοθούν 1,3 δις για το πρόγραμμα «Σπίτι μου», μαζί με τραπεζικά κεφάλαια.

Είναι κάτι που προφανώς θα ευνοήσει τις τράπεζες – ενώ θα αυξήσει τις τιμές, σε μία ήδη πανάκριβη κτηματαγορά.

Στις ιδιωτικοποιήσεις, δεν προβλέπονται σημαντικά έσοδα – εύλογα, αφού έχουν ξεπουληθεί σχεδόν τα πάντα.

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα

Τα έσοδα δε του ΤΑΙΠΕΔ, προβλέπονται σε μόλις 322 εκ. για το 2026 από διαγωνισμούς – ένα μάλλον αστείο ποσόν.

Γενικότερα πάντως το Υπερταμείο, η αποτίμηση του, τα μερίσματα που αποδίδει κλπ. αποτελεί σκάνδαλο – όπως έχουμε τεκμηριώσει πολλές φοράς.

Όσον αφορά τώρα το δημόσιο χρέος, έχουμε ήδη αναφερθεί, ενώ συνεχίζονται οι αυθαιρεσίες και η αναξιοπιστία – αφού της κεντρικής διοίκησης εμφανίζεται στα 403,4 δις το 2025 παρά τις διαβεβαιώσεις που μας δόθηκαν και τις παρατηρήσεις του ΕΣ, όταν θα έπρεπε να είναι περί τα 424 δις.

Τι εννοείτε εδώ αναφέροντας ότι, οι χρηματοδοτικές ανάγκες του 2026 θα καλυφθούν με 12,7 δις ομόλογα και 18,4 δις ανάλωση διαθεσίμων στον πίνακα 3.5, από 3 δις το 2025; Ποια είναι αυτά τα διαθέσιμα; Γιατί η ανακύκλωση με τα Repos θα εκτοξευθεί στα 1,69 τρις;

Να σημειώσουμε βέβαια ότι, σημαντικό ρόλο στην αποκλιμάκωση του λόγου Χρέους/ΑΕΠ διαδραματίζει η πληθωριστικοποίηση, την οποία το ΕΣ στην έκθεση για τον Απολογισμό/Ισολογισμό του 2024, ονομάζει φαινόμενο χιονοστιβάδας – όπου όταν το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται ταχύτερα από το επιτόκιο, ο λόγος χρέος/ΑΕΠ μειώνεται.

Για παράδειγμα από τις 10,1 μονάδες μείωσης του λόγου χρέους/ΑΕΠ το 2024, στο 154,2% από τα 164,3%, οι 5 οφείλονται στον πληθωρισμό – ο οποίος όμως εξοντώνει τους Πολίτες.

Έχουμε βέβαια την τύχη στην ατυχία του χαμηλού και σταθερού μέσου επιτοκίου, λόγω της χρεοκοπίας – με το οδυνηρό αντάλλαγμα την απώλειας της εθνικής μας ανεξαρτησίας και το ξεπούλημα των πάντων.

Κλείνοντας, όπως έχουμε πει επανειλημμένα, δεν χρεοκοπεί η χώρα – αλλά οι Πολίτες της που ζουν σε ένα αποτυχημένο κράτος, με τη διεθνή σημασία της λέξης.

Προϋπολογισμός 2026: Κάθε πέρσι και καλύτερα