Πράσινα τιμολόγια Αυγούστου: Αυξήσεις, συγκράτηση τιμών και ένα «διπλό» μήνυμα για τα νοικοκυριά
Η εικόνα των πράσινων τιμολογίων για τον Αύγουστο διαμορφώνεται με έντονη ανομοιομορφία, καθώς η αύξηση της χονδρεμπορικής τιμής κατά 18,3% επηρέασε τις τελικές χρεώσεις, χωρίς όμως να οδηγήσει σε γενικευμένες ανατιμήσεις από τους μεγαλύτερους παρόχους. Παρά το γεγονός ότι ορισμένες εταιρείες προχώρησαν σε σημαντικές αυξήσεις, η συνολική εικόνα της αγοράς παραμένει σχετικά συγκρατημένη, με τη μέση τιμή να ανεβαίνει στα 18,8 λεπτά/kWh από 17,4 λεπτά τον Ιούλιο.
Η ΔΕΗ εξακολουθεί να προσφέρει την χαμηλότερη χρέωση στην αγορά, στα 13,8 λεπτά/kWh για το οικιακό τιμολόγιο Γ1, διατηρώντας το ανταγωνιστικό της προφίλ. Στον αντίποδα, η υψηλότερη τιμή φτάνει πλέον τα 30,3 λεπτά/kWh, γεγονός που ανεβάζει τον μέσο όρο, χωρίς όμως να αντικατοπτρίζει την πραγματική επιβάρυνση των περισσότερων νοικοκυριών, καθώς οι βασικοί πάροχοι – που καλύπτουν πάνω από το 80% της αγοράς – είτε κράτησαν σταθερές τις χρεώσεις είτε προχώρησαν σε μικρές αναπροσαρμογές.
Η άνοδος στη χονδρεμπορική αγορά, με τη μέση τιμή του Ιουλίου να φτάνει τα 109,95€/MWh από 92,93€/MWh τον Ιούνιο, αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίεσης για τις εταιρείες προμήθειας. Ωστόσο, η εμπορική πολιτική τους δεν βασίζεται αποκλειστικά στις μηνιαίες διακυμάνσεις, αλλά και στις προβλέψεις για τους επόμενους μήνες, καθώς και στην ανάγκη διατήρησης ανταγωνιστικών τιμών που δεν θα οδηγήσουν σε απώλεια πελατών.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η κατάσταση παραμένει ανησυχητική, με τα προθεσμιακά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας για το διάστημα Σεπτεμβρίου 2026 – Φεβρουαρίου 2027 να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, από 134 έως 157€/MWh. Οι τιμές αυτές ενισχύουν τις ανησυχίες για πιθανές μελλοντικές αναπροσαρμογές, ανάλογα με την πορεία της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα παραγωγικής ισχύος και τις συνθήκες στις διεθνείς αγορές.
Παρά τις πιέσεις, η συγκράτηση των τιμών από τους μεγαλύτερους παρόχους λειτουργεί ως «ανάχωμα» για τα νοικοκυριά, περιορίζοντας το συνολικό αποτύπωμα των αυξήσεων. Η αγορά παραμένει σε φάση ισορροπίας, με τις εταιρείες να αναζητούν το κατάλληλο σημείο μεταξύ ανταγωνιστικότητας και κάλυψης του αυξημένου κόστους.