Ποιοι μπορούν ακόμα να πάρουν σύνταξη πριν τα 62…
Τέσσερις βασικές κατηγορίες ασφαλισμένων, συνολικά 25.000 έως 30.000 άτομα, διατηρούν και το 2026 το δικαίωμα να αποχωρήσουν έως και επτά χρόνια πριν από το γενικό όριο των 62 ετών. Πρόκειται κυρίως για ασφαλισμένους πριν από το 1993 που έχουν κατοχυρώσει δικαιώματα μέσω των μεταβατικών ορίων ηλικίας. Στην ομάδα αυτή ανήκουν μητέρες με ανήλικα τέκνα, γονείς δημοσίων υπαλλήλων, εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, τρίτεκνοι και όσοι απασχολούνται σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Παρά την επιβάρυνση των μεταβατικών ορίων κατά έξι μήνες, οι ηλικίες εξόδου παραμένουν χαμηλότερες από το γενικό όριο.
Το 2026 παραμένει κρίσιμο έτος για όσους έχουν θεμελιώσει δικαίωμα εξόδου πριν από τα 62. Μητέρες στο ΙΚΑ με 5.500 ένσημα και ανήλικο τέκνο τα έτη 2010-2012, που είχαν συμπληρώσει τα ηλικιακά όρια έως το 2018, μπορούν να αποχωρήσουν σε ηλικίες από 58,5 έως 61 ετών. Όσες συμπληρώνουν τα όρια μετά το 2019 οδηγούνται υποχρεωτικά στα 62.
Αντίστοιχα, μητέρες σε ΔΕΚΟ και τράπεζες με 25ετία και ανήλικο τέκνο έως το 2012, καθώς και όσες έφτασαν τα ηλικιακά όρια έως το 2018, διατηρούν δυνατότητα πλήρους σύνταξης από 58,5 έως 61 ετών. Στο Δημόσιο, γονείς με ανήλικο και 25ετία το 2011-2012 που είχαν συμπληρώσει τα 52 ή 55 έτη έως το 2018 μπορούν επίσης να αποχωρήσουν πριν από τα 62, με ηλικίες που ξεκινούν από τα 58 έτη και 5 μήνες.
Ευνοϊκές ρυθμίσεις ισχύουν και για τρίτεκνους δημοσίους υπαλλήλους με 21 ή 23 έτη ασφάλισης το 2011-2012 και συμπλήρωση κρίσιμων ηλικιών έως το 2018, οι οποίοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν ακόμη και πριν από τα 60. Παράλληλα, παλαιοί ασφαλισμένοι του Δημοσίου με 25ετία το 2011-2012 και ηλικίες 56 ή 58 ετών έως το 2022 διατηρούν δικαίωμα μειωμένης σύνταξης πριν από τα 62, ενώ όσοι συμπληρώνουν τα όρια από το 2023 και μετά υπάγονται στο γενικό πλαίσιο.
Στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, η έξοδος μπορεί να γίνει ακόμη και από τα 55 ή τα 60 έτη, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τα απαιτούμενα ένσημα και ο προβλεπόμενος χρόνος σε καθεστώς βαρέων. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι τα μεταβατικά όρια θα κλείσουν οριστικά μέσα στην επόμενη τετραετία, οπότε θα ισχύουν για όλους τα γενικά όρια των 67 ετών για πλήρη σύνταξη και των 62 για μειωμένη. Όσοι έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα έως το τέλος του 2022 μπορούν να το ασκήσουν οποτεδήποτε, ακόμη και με εξαγορά πλασματικών ετών, χωρίς να επηρεαστούν από αλλαγές μετά το 2030.
Παρά τις συστάσεις του ΟΟΣΑ για άμεση αύξηση των ορίων ηλικίας, η κυβέρνηση αποφάσισε να παγώσει τις αλλαγές έως το 2029. Η σύνδεση των ορίων με το προσδόκιμο ζωής, που έχει θεσπιστεί από το 2010, μετατίθεται για επανεξέταση το 2029 και εφαρμογή το 2030. Η πανδημία ανέκοψε την άνοδο του προσδόκιμου, με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιηθούν οι προβλεπόμενες αυξήσεις το 2021 και το 2024. Οι μελέτες δείχνουν ότι ούτε το 2027 δικαιολογείται αλλαγή, οπότε η απόφαση μεταφέρεται χρονικά.
Στελέχη του υπουργείου Εργασίας επιβεβαιώνουν ότι το 2026 δεν θα εξεταστεί καμία αύξηση, ενώ η πολιτική ηγεσία διαμηνύει ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού ή πρόωρων αιτήσεων. Η Ελλάδα, αν και από τις πρώτες χώρες που θέσπισαν τη σύνδεση με το προσδόκιμο, δεν την έχει εφαρμόσει στην πράξη, καθώς μεσολάβησαν οι μνημονιακές αλλαγές που έκλεισαν οριστικά τα παράθυρα πρόωρης συνταξιοδότησης.
Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι η αύξηση των ορίων είναι αναπόφευκτη, καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες χώρες και αναμένεται να βρεθεί δεύτερη μετά την Ιταλία. Η αναλογία ατόμων άνω των 65 προς τον ενεργό πληθυσμό προβλέπεται να φτάσει στο 70 προς 100 από 39 προς 100 σήμερα, ενώ το όριο των 62 ετών για σύνταξη με 40ετία εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στα 66 έως το 2050.
Το πάγωμα έως το 2029 ευνοεί κυρίως όσους σήμερα είναι 57 ή 58 ετών, καθώς θα έχουν συμπληρώσει τα 62 έως το 2030 και δεν θα επηρεαστούν από μελλοντικές αυξήσεις. Αντίθετα, οι σημερινοί 50άρηδες και 55άρηδες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με μία ή δύο αυξήσεις, οδηγούμενοι ακόμη και στα 68-69 ή στα 64 με 40ετία.