Πλαστικό χρήμα: Περισσότερες συναλλαγές, μικρότερο «καλάθι»

Πλαστικό χρήμα: Περισσότερες συναλλαγές, μικρότερο «καλάθι»
64 / 100 SEO Score

Η χρήση καρτών εκτοξεύεται, αλλά η μέση αξία πληρωμής μειώνεται

Η χρήση του πλαστικού χρήματος στην Ελλάδα συνεχίζει να αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, όμως τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025 αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη εικόνα: περισσότερες συναλλαγές, αλλά με μικρότερη αξία ανά πληρωμή. Η τάση αυτή δείχνει ότι οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο στις ηλεκτρονικές πληρωμές, αλλά με πιο «μαζεμένη» αγοραστική συμπεριφορά.

Ο συνολικός αριθμός ενεργών καρτών πληρωμών έφτασε τα 22,9 εκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 12% σε σχέση με το 2024. Οι χρεωστικές κάρτες παραμένουν κυρίαρχες με 19,5 εκατομμύρια (+13%), επιβεβαιώνοντας ότι οι περισσότερες συναλλαγές γίνονται με άμεσα διαθέσιμα χρήματα. Οι πιστωτικές κάρτες αυξήθηκαν οριακά στα 3,3 εκατομμύρια (+4%), ενώ οι προπληρωμένες κάρτες κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο 70%, φτάνοντας τα 2,8 εκατομμύρια. Η αύξηση αυτή συνδέεται με την καταβολή επιδομάτων μέσω προπληρωμένων καρτών από ΔΥΠΑ και ΟΠΕΚΑ.

Το 2025 πραγματοποιήθηκαν 2,7 δισεκατομμύρια συναλλαγές με κάρτες, αυξημένες κατά 10%, με συνολική αξία 119,5 δισ. ευρώ (+6%). Η διαφορά μεταξύ όγκου και αξίας δείχνει ότι οι πληρωμές γίνονται συχνότερα αλλά για μικρότερα ποσά. Η μέση αξία συναλλαγής μειώθηκε στα 43 ευρώ από 44 ευρώ το 2024, κυρίως λόγω της πτώσης στις χρεωστικές κάρτες, όπου η μέση αξία υποχώρησε κατά 4%.

Παράλληλα, ο μέσος αριθμός συναλλαγών ανά κάρτα μειώθηκε ελαφρά στις 120 από 122, ενώ η ετήσια αξία συναλλαγών ανά κάρτα έπεσε στα 5.204 ευρώ (-5%). Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας που απομακρύνεται σταθερά από τα μετρητά, αλλά με καταναλωτές που διαχειρίζονται πιο προσεκτικά τις δαπάνες τους.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η χώρα κινείται με σταθερά βήματα προς ένα μοντέλο καθημερινών ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπου οι μικρές πληρωμές με κάρτα αποτελούν πλέον τον κανόνα. Η συμπεριφορά αυτή αντανακλά τόσο την ψηφιακή ωρίμανση της αγοράς όσο και την ανάγκη των νοικοκυριών να ελέγχουν στενότερα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

ΠΗΓΗ